2 - ΝΕΟΛΑΙΑ, τ.192, 24/3/2006

Εκπαίδευση: Προς (από)γνωση και (συμ)μόρφωση…

Διαμορφώνοντας το Νεοταξικό άνθρωπο

Από το Δίκτυο Κριτικής, Γνώσης και Δράσης στην Παιδεία (*)

Εκπαίδευση και αστική πολιτική στον 21ο αιώνα

Ιδιωτικά πανεπιστήμια, αύξηση της παραπαιδείας, μετατροπή της εκπαίδευσης από κοινωνικό αγαθό σε εμπόρευμα…

Όμως το κακό δεν σταματάει εδώ. Αυτή είναι μόνο μια όψη, μια πλευρά του προβλήματος. Όχι όμως η ουσιαστικότερη. Γιατί το βασικό ζήτημα παραμένει αναπάντητο, αν σταθούμε μόνο σ’ αυτό. Γιατί δε φτάνει να μιλήσει κανείς μόνο για την εμπορευματοποίηση των πάντων, αλλά θα πρέπει να θίξει τα θεμελιώδη, τα κεντρικά χαρακτηριστικά αυτής της διαδικασίας: α) Ποιος ο τύπος του ανθρώπου και βασικά του εργαζόμενου που αντιστοιχεί σ’ αυτήν την κοινωνία; β) Ποιο είδος μόρφωσης, ποιο είδος γνώσης του ταιριάζει, του παρέχεται;

Ζούμε εδώ και μερικά χρόνια μια καθολικά συμφωνημένη από τον αστισμό επιλογή που αφορά την αποφασιστική στροφή από τη δημόσια δωρεάν εκπαίδευση προς τη διά βίου εμπορευματοποιημένη και έντονα ταξική εκπαίδευση-κατάρτιση, τέτοια που να αντιστοιχεί στο μοντέλο της κοινωνίας των 2/3 ή αλλιώς δυαδικής κοινωνίας.

Όπως κατ’ επανάληψη έχουμε ακούσει από κάθε λογής επίσημα χείλη, ο αυριανός εργαζόμενος θα πρέπει να είναι ευέλικτος και προσαρμόσιμος στις κάθε είδους αλλαγές, ιδίως τις τεχνολογικές. Να μην επιζητά καμιά εξασφάλιση, καμιά μονιμότητα στην εργασία του. Να είναι έτοιμος ν’ αλλάξει δουλειά 6-7 φορές κατά τη διάρκεια της ζωής του. Γενικά να είναι ρευστός και προσαρμόσιμος στις απαιτήσεις της αγοράς. Και κυρίως να «ξέρει να μαθαίνει» να είναι δηλαδή συνεχώς επανακαταρτίσιμος, έτοιμος να δεχτεί τη (νέα) γνώση.

Εδώ να ανοίξουμε μια παρένθεση. Τα παραπάνω ντύνονται επιμελώς με επιθετικές ιδεολογικές αναφορές γύρω από την «κοινωνία της γνώσης» και την «μετακαπιταλιστική» ή «μεταβιομηχανική» κοινωνία στην οποία εισερχόμαστε με γρήγορα βήματα. Όπως λέγεται, η τεχνολογική εξέλιξη και η εξέλιξη των γνώσεων είναι τέτοιες που «η γνώση» είναι ο βασικός παραγωγικός συντελεστής σήμερα και ότι η αξία δημιουργείται από την «παραγωγικότητα» και την «καινοτομία» σαν εφαρμογές της γνώσης πάνω στην εργασία και όχι από την εργασία σαν τέτοια!

Αλλαγές υπάρχουν και στην τεχνολογία και στην οργάνωση της εργασίας και στο ρόλο της γνώσης. Όμως οι παραπάνω προσεγγίσεις κάνουν πραγματικό αυτό που φαίνεται σαν τέτοιο και ίσως αυτό που θα επιθυμούσαν οι ίδιοι να είναι τέτοιο… Αλήθεια, ποιος ο λόγος για όλη την «μάχη» γύρω από το κόστος εργασίας (Bolkenstein, μεταφορά παραγωγικών μονάδων προς φθηνότερα εργατικά χέρια κλπ) αν η εργασία έχει χάσει τον κεντρικό της ρόλο στην παραγωγική διαδικασία; Κλείνει η παρένθεση.

Κάνοντας πράξη τον νέο άνθρωπο – εργαζόμενο χωρίς δικαιώματα

• Από τη γνώση στις πληροφορίες και τις δεξιότητες

• Από το πτυχίο στα πιστοποιητικά

• Από το δικαίωμα στη δυνατότητα

Αλήθεια, τι θεωρείται γνώση σήμερα; Υπάρχει μια ημιεπίσημη ωμή δήλωση στα «σύγχρονα» παιδαγωγικά εγχειρίδια. Γνώση με την «παραδοσιακή» έννοια του όρου δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, γνώση είναι η ίδια η διαδικασία απόκτησής της… ή αλλιώς σημασία για το νεοταξικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν έχει να μάθεις κάποιο γνωστικό αντικείμενο αλλά να μάθεις να μαθαίνεις… Όχι δεν μιλάμε για την μαθησιακή διαδικασία σε διδακτορικές διατριβές. Μιλάμε για το σχολείο και για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και για το πώς θα διαμορφώνουν αμόρφωτους και ειδικευμένους ηλιθίους γιατί πολύ απλά τέτοιους θέλει και διαμορφώνει σήμερα μέσα από διάφορα «όπλα» (εκπαίδευση, ΜΜΕ, πολιτισμός) η αστική τάξη πραγμάτων.

Έτσι, τελικά γνώση είναι η απόκτηση όσων το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών μικρών, αποσπασματικών, κατακερματισμένων, χωρίς εσωτερική λογική και συνοχή που δεν επιτρέπουν στον «χρήστη» να σχηματίσει συνολική εικόνα για τα πράγματα. Βλέπει κλαδιά, δέντρα αλλά ποτέ το δάσος. Ένας ειδικευμένος ηλίθιος, ικανός «να βρει το σωστό ή το λάθος», «να κυκλώσει το σωστό» σε ασκήσεις πολλαπλής επιλογής, να γράψει ένα κείμενο μέχρι ενός ορισμένου αριθμού λέξεων, όπως όλο και συχνότερα γίνεται στις τάξεις του λυκείου, αλλά ανίκανος να στοχαστεί σφαιρικά και κριτικά. Ένας αγχωμένος συλλογέας πληροφοριών, που μάλιστα θα πρέπει να τις καταπίνει σ’ όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ποσότητες σε όλο και συντομότερους χρόνους. Η πρόταση έχει προχωρήσει περισσότερο και στην υπό διάλυση τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τι πάει να πει σπούδασα μαθηματικός, αφού παρακολούθησα ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών; Οι πλέον «καινοτόμες» προτάσεις για την οργάνωση των προγραμμάτων σπουδών μιλάνε για 5 μαθήματα από την Νομική, 5 από το Μαθηματικό κ.ο.κ. Στο τέλος βέβαια δεν θα «γνωρίζεις» κάτι, αλλά θα έχεις κάνει ένα βήμα στο να μάθεις να μαθαίνεις διάφορες… πεντάδες ξεκομμένων μαθημάτων.

Η εκπαίδευση, ακριβώς επειδή πάντα ερχόταν να αντιστοιχηθεί στις ανάγκες της παραγωγής, έχει ένα βασικό ελάττωμα σήμερα. Παρέχει «βεβαιώσεις» που αντιστοιχούν σε ένα προηγούμενο συσχετισμό και εργασιακό καθεστώς. Παρέχει πτυχία που σημαίνουν και αντίστοιχα εργασιακά και επαγγελματικά δικαιώματα ή τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα δημιουργούσαν στον υποψήφιο την απαίτηση για επαγγελματική εξασφάλιση. Προφανώς κάτι τέτοιο δεν έχει σχέση με το μοντέλο «αλλάζεις 6-7 δουλειές στη διάρκεια της ζωής σου» και σ’ αυτό το μοντέλο πρέπει να αντιστοιχηθεί η εκπαίδευση. Έτσι από τις αλλαγές στην Τεχνικοεπαγγελματική Εκπαίδευση, όπου από το παλιό πτυχίο το οποίο σου έδινε το δικαίωμα να ασκήσεις επάγγελμα, πήγαμε στη «δυνατότητα να αποκτήσει άδεια άσκησης επαγγέλματος» (Δελτίο Τύπου ΥΠΕΠΘ, 19/01/2006). Από το πτυχίο ενός ΑΕΙ ή ενός ΤΕΙ (που η απόκτησή του όριζε και το όριο νεολαίος/εργαζόμενος), περνάμε σε ένα πέλαγος μεταπτυχιακών προγραμμάτων, ΙΕΚ, Ινστιτούτων Διά Βίου Εκπαίδευσης, Σεμιναρίων, Ανοιχτών Πανεπιστημίων, ΚΕΣ για να αποκτούμε και τις αντίστοιχες δυνατότητες (αλλά όχι δικαιώματα) για κάποια πρόσκαιρη-επισφαλή εργασία ή έστω για κάποια μόρια παραπάνω που μπορούν να παίξουν ρόλο για να μπούμε σε ένα σεμινάριο «συνεχιζόμενης επιμόρφωσης»…

Η κατάσταση πλασάρεται με πολλές σοβαρές ιλουστρασιόν διαφημίσεις, αλλά πραγματικά είναι γελοία. Και το αστείο επιχείρημα ότι όλα αυτά γίνονται γιατί ζούμε στην «κοινωνία της γνώσης», καταρρίπτεται αν κάτσει κάποιος και ξεφυλλίσει κάποιος τα προγράμματα σπουδών όχι κάποιου τυχαίου σεμιναρίου, αλλά κάποιου μεταπτυχιακού προγράμματος σε κάποιο «σοβαρό» ΑΕΙ. Τουλάχιστον στη συντριπτική τους πλειοψηφία παρέχουν απλά κάποιες πληροφορίες που τις βρίσκει κανείς σε κάποια κυριακάτικη εφημερίδα… 

Εξετάσεις: η μόνη σταθερή και αναβαθμισμένη αξία

Ο απόλυτος σκοπός του εκπαιδευτικού μας συστήματος. «Γιατί μαθαίνουμε;». Μα για να εξεταστούμε, για να περάσουμε το μάθημα…και μετά να ξεχάσουμε όσα διδαχτήκαμε κι αποστηθίσαμε χωρίς ποτέ πραγματικά ν’ αφομοιώσουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι η UNESCO σε έρευνές της διαπίστωσε ότι ο μέσος άνθρωπος κρατάει μόλις 20% των πληροφοριών που διδάχθηκε κατά την σχολική του ζωή.

Κι όμως οι εξετάσεις έχουν αναχθεί σε πεμπτουσία της εκπαίδευσης, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο αψευδής μάρτυρας της κρίσης της. Γιατί όσο περισσότερο το σχολείο αδυνατεί να μεταδώσει τη γνώση που παρέχει, να πείσει για την αξία της, τόσο περισσότερο πολλαπλασιάζονται οι εξεταστικές διαδικασίες. Μια ματιά στις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις από τον Αρσένη και δώθε, αρκεί για να καταδείξει του λόγου το αληθές: ξεκινήσαμε με 28 μαθήματα (14+14) για να πέσουμε στα 18 (9+9), ενώ τώρα η Γιαννάκου καταργεί τις εξετάσεις της Β΄ Λυκείου και μειώνει τα εξεταζόμενα μαθήματα της Γ΄ σε 6. Δεν είναι αυτό άραγε έμμεση απόδειξη της αποτυχίας του συστήματος;

Και βέβαια το ότι μειώθηκαν τα εξεταζόμενα μαθήματα στο λύκειο δεν σημαίνει ότι αλλάζει ο χαρακτήρας του ως εξεταστικό κέντρο. Αυτό που πρέπει να κατανοηθεί είναι ότι οι εξετάσεις σήμερα έχουν αλλάξει στόχο, μέθοδο αλλά και ένταση. Δεν παίζουν τον διαχωριστικό, νομιμοποιητικό και ιδεολογικό ρόλο τους απλά κάποιες φορές μέσα στην δευτεροβάθμια και κάποιες στην τριτοβάθμια. Ξεκινάνε από το δημοτικό (η υπουργός Παιδείας ενώ μειώνει τις εξετάσεις στο Λύκειο, τις επαναφέρει στο Γυμνάσιο με μορφή ανακεφαλαιωτική, στα μέσα της χρονιάς) και συνεχίζουν και για μεγάλο διάστημα αφού θα εκπαιδευόμαστε διά βίου. Ήδη οι αλλαγές στον τρόπο πρόσληψης ή της λήψης άδειας επαγγέλματος σε διάφορα επαγγέλματα (εκπαιδευτικοί, γιατροί, λογιστές κλπ) δείχνουν τον δρόμο.

Έτσι, η διαδικασία των εξετάσεων λειτουργεί ―πέρα από το ότι η «αποτυχία» αντιμετωπίζεται ατομικά και ότι έτσι διαμορφώνεται ένας πειθήνιος και υποταγμένος μελλοντικός εργαζόμενος― σαν «στρόφιγγα» ώστε να διαμορφωθεί με τις ανάλογες απώλειες σε κάθε εκπαιδευτική βαθμίδα (9,6% 9χρονη εκπαίδευση, 30% μεταξύ 15 και 18 ετών, έως και 50% σε μερικά ΑΕΙ και ΤΕΙ) ο ευέλικτος και επανακαταρτιζόμενος εργαζόμενος, για τον οποίο έγινε λόγος στην αρχή. Αυτός φυσικά δεν θα είναι ενιαίος, αλλά πολυδιασπασμένος. Δεν θα παράγεται μόνο από έναν κλάδο της παιδείας (πχ ΤΕΕ) αλλά σχεδόν από όλες τις βαθμίδες σε διαφορετικά επίπεδα μόρφωσης ή μάλλον κατάρτισης. Δεν θα «πετιέται» μια κι έξω από την εκπαίδευση αφού πάντα θα υπάρχει κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης για να τον «επανεντάξει». Μ’ αυτή την έννοια κάνουν λάθος όσοι βλέπουν ότι η αστική εκπαίδευση έχει ως στόχο και βασικό αποτέλεσμα να πετάει έξω τα παιδιά των πιο πληβειακών ομάδων. Τέλος, να σημειωθεί ότι όλο αυτό το μπούκωμα με τις άχρηστες πληροφορίες προς εξέταση καθιστά τη γνώση κάτι βαρετό, άχαρο και καταναγκαστικό. Ό,τι χειρότερο μπορεί να προκύψει από τη λεγόμενη εκπαιδευτική διαδικασία…

Τι επιτρέπεται να μαθαίνει ο νέος σήμερα;

Ζούμε σε μια φάση που κυριαρχεί η αντεπανάσταση και ο υπάρχον συσχετισμός αντανακλάται και μέσα στους χώρους εκπαίδευσης και κατεργασίας των συνειδήσεων των νέων ανθρώπων από το τι είναι «εντός ύλης» και τι όχι. Από τη μία πληθαίνουν οι προτάσεις για να ξαναγραφτεί η ιστορία του 20ού αιώνα, όχι βέβαια για να καταδικαστεί ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός, αλλά για να ξαναϊδωθούν φαινόμενα όπως ο «εθνικισμός» και ο «ολοκληρωτισμός»… Το φαινόμενο αυτό δεν σταματάει στα σχολεία, αλλά συνεχίζεται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, στα «νέα» προγράμματα σπουδών, όπου θραύση κάνει η «διαχείριση ανθρώπινων πόρων», η «ανταγωνιστικότητα», η προπαγάνδα για την ΕΕ, κοκ. Από την άλλη, την ώρα που πληθαίνουν οι φωνές για τις «βαρετές σχολικές γιορτές» για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, πληθαίνουν και οι διαγωνισμοί μέσα στα σχολεία για την ανταγωνιστικότητα έως και την αξία της ιδιωτικής ασφάλισης!

Μάλιστα, στη στροφή αυτή στις «χρήσιμες» για τον σημερινό άνθρωπο γνώσεις προβάλλονται ιδιαίτερα και «σύγχρονες παιδαγωγικές προσεγγίσεις», όπως η «ομαδοσυνεργατική» μέθοδος διδασκαλίας, δηλαδή η μάθηση μέσα από ομάδες εργασίας, η «διεπιστημονικότητα» και η «διαθεματικότητα» κλπ. Και εδώ αρχίζουν οι συγχύσεις. Σίγουρα, η καλλιέργεια του συλλογικού πνεύματος στην εκπαιδευτική διαδικασία είναι θετική πρόταση. Όπως και ο συνδυασμός διαφορετικών επιστημονικών πεδίων. Δεν μπορεί να ξεχνιέται όμως το αντικείμενο προς μάθηση το οποίο μόνο ουδέτερο και θετικό δεν είναι. Έτσι η έντονη προβολή των παραπάνω παιδαγωγικών προσεγγίσεων πάει πακέτο με τη διαπίστωση ότι το πρόγραμμα της «Ευέλικτης Ζώνης» στα δημοτικά αφορά τη διαθεματική προσέγγιση της… τοπικής οικονομίας ή ότι η ομαδοσυνεργατική στα εκπαιδευτικά προγράμματα των σχολείων στη Φινλανδία ή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σε ΗΠΑ και Γερμανία αφορά την ενδυνάμωση της «συνεργασίας για τον ανταγωνισμό» με σκοπό τη μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα…

Θα τεθεί λοιπόν το θέμα μέσα στους εκπαιδευτικούς χώρους, τι νέος διαμορφώνεται μέσα από την εκπαίδευση; Όχι για ακαδημαϊκούς λόγους, αλλά γιατί αυτή η γενιά είναι ο καταλύτης στη διαμόρφωση των κοινωνικών εξελίξεων στη μία ή στην άλλη κατεύθυνση.

 

(*) Το Δίκτυο Κριτικής, Γνώσης και Δράσης στην Παιδεία συγκροτήθηκε πρόσφατα, με τη συμμετοχή κυρίως νέων εργαζομένων από διάφορους χώρους της εκπαίδευσης, αλλά και συνδικαλιστών εκπαιδευτικών. Στοχεύει στην κριτική της σημερινής κατάστασης και στην επεξεργασία προτάσεων. Δραστηριοποιείται σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας.

Κοινωνία – Νεολαία – Κινήματα

Η διάχυση της νεολαίας στα κοινωνικά κινήματα

του Χ.Γιοβανόπουλου

Η φιγούρα του εξεγερμένου νεολαίου ανασύρεται συνειρμικά κάθε φορά που γίνεται λόγος για επανάσταση και κοινωνικές συγκρούσεις. Κληρονομιά των μεταπολεμικών δεκαετιών καπιταλιστικής ανάπτυξης, κοινωνικών ανταγωνισμών και καθολικής αμφισβήτησης, το «κίνημα της νεολαίας» έχει μείνει σαν ορισμός - σημείο αναφοράς της πολιτικής και κοινωνικής δράσης των νεότερων γενιών. Έχει μείνει ταυτόχρονα και σαν μνήμη-όραμα σε αντιδιαστολή με τη σημερινή εικόνα της «φτωχής σχέσης» της νεολαίας με τα κινήματα και την πολιτική δράση. Μία ευρύτερη ματιά ωστόσο, γεωγραφικά και κοινωνικά, θα καταδείξει πως ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει φαινόμενο κοινωνικού μετασχηματισμού που η νεολαία να μην είναι η δύναμη που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Μόνο που το είδος της «στράτευσής της» έχει αλλάξει και παρουσιάζει άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά από το προηγούμενο «μοντέλο». Διαφορετικές εμπειρίες, κοινωνικές κατεργασίες και η πολλαπλότητα ιστορικών χρόνων ακόμα και στο ίδιο τοπικό σημείο μέσα στις οποίες δρα η νεολαία καθορίζουν νέα χαρακτηριστικά στην εμπλοκή της με τα κινήματα κοινωνικής αλλαγής.

Στην ουσία ποτέ το κίνημα της νεολαίας δεν είχε ενιαία μορφή. Εκείνο που καθόριζε τη διακριτότητά του δεν ήταν ο βαθμός ομοιογένειάς του αλλά πως σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής για το επαναστατικό κίνημα η νεολαία μπήκε στην πρωτοπορία του διεθνώς, «αυτονομοποιώντας» την κίνησή της από τα κατεστημένα επιτελεία ή κέντρα του κινήματος που αντιστοιχούσαν σε προηγούμενα επαναστατικά ρεύματα που πια είχαν «ξεθυμάνει». Παράλληλα η διαδικασία αυτή συνέπεσε με διαδικασίες συγκρότησης της νεολαίας σαν μίας ανεξάρτητης – αυτόνομης κοινωνικής κατηγορίας, κύρια στον αναπτυγμένο κόσμο, καπιταλιστικό και σοσιαλιστικό. Αυτός ο συγχρονισμός ανάδυσης ενός νέου κοινωνικού υποκειμένου που ενηλικιώνονταν και όξυνσης των επαναστατικών κινημάτων στον κόσμο αποτέλεσε τo συστατικό στοιχεio αυτού που θα χαρακτηριστεί σαν «κίνημα της νεολαίας». Αποτέλεσμα αυτής της σύζευξης ήταν το βάθεμα και η επέκταση της κριτικής που τα νεανικά κινήματα του ’60 ανέπτυξαν. 

Η απάντηση ήταν να εξαπολυθεί μια επιχείρηση τιθάσσευσης της νεολαίας και αυτή ήταν πολλαπλή, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα μηχανισμούς αφομοίωσης αλλά κύρια καταστολής. Η καταπτόηση του κινήματος δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς τη διάλυση κέντρων και οργανώσεων του κινήματος, συχνά ταυτόσημου την εποχή εκείνη με χτύπημα αυτής της διαφορετικής νεολαίας. Έτσι η βίαιη κρατική καταστολή και έλεγχος, οι πολιτικές κοινωνικού ρατσισμού, διάδοσης ναρκωτικών και ποινικοποίησης μεγάλων κομματιών ανήσυχης νεολαίας αποτέλεσαν διεθνείς πρακτικές στα χρόνια του ‘70-’80 όπου υπήρχε «πρόβλημα νεολαίας» για το σύστημα, από τις ΗΠΑ μέχρι την Ελλάδα. Οι «αφομοιώσεις» ήρθαν μετά σαν αποτέλεσμα πιο υπόγειων διαδρομών που ένα κομμάτι αυτής της νεολαίας ακολούθησε. Ήταν αποτέλεσμα μιας διαδραστικότητας των διαθέσεων της αγοράς να ελέγχει και να κεφαλαιοποιεί νέες εναλλακτικές κουλτούρες.

Κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσε να ειπωθεί πως η οπισθοχώρηση των ανολοκλήρωτων θυελλών του ’60 είχε σαν αποτέλεσμα μία «απο-νεανικοποίηση» των κινημάτων με κυρίαρχο χαρακτηριστικό τη διάχυση/ένταξη της δράσης της νεολαίας στις ποικίλες ατζέντες των σημερινών κινημάτων.

Η έλλειψη ενός στοιχείου «ανεξαρτησίας», μιας ιδιαίτερα νεολαιίστικης ταυτότητας των κινημάτων, σήμερα αποτελεί τον άλλο βασικό παράγοντα-δείκτη των μετασχηματισμών στην κίνηση της νεολαίας αλλά και αλλαγών στις υλικές συνθήκες της σημερινής κοινωνικής της ύπαρξης. Η νεολαία δραστηριοποιείται μάλλον όχι στη βάση της ιδιαίτερης νεανικής της εμπειρίας (να ‘σαι νέος), αλλά γενικότερων ζητημάτων, συγκλίνοντας έτσι ξανά αλλά μ’ έναν διαφορετικό τρόπο προς την ευρύτερη κοινωνική εμπειρία (πχ άνεργος, ευέλικτα εργαζόμενος κλπ). Το κίνημα της γαλλικής νεολαίας ενάντια στο «συμβόλαιο πρώτης πρόσληψης» στο οποίο συνευρέθηκαν νεολαίοι όλων των ηλικιών και ποικίλων κοινωνικών καταστάσεων (μέσα κι έξω απ’ την εκπαίδευση και τη δουλειά), αλλά και η νεολαία με το εργατικό κίνημα, έρχεται να σφραγίσει αυτή την τάση προσέγγισης.

Στις χώρες και τα κινήματα του Τρίτου Κόσμου ωστόσο, η ένταση των κοινωνικών αντιθέσεων δεν επέτρεψε αυτόν τον ιδιότυπο «διχασμό» ανάμεσα στη ριζοσπαστική κίνηση της νεολαίας και την ενσωμάτωση «πιο παραδοσιακών» κινημάτων, εθνικοαπελευθερωτικό – εργατικό κλπ. Αντίθετα, η νεολαία αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά των λαϊκών κινημάτων. Από μία άποψη σήμερα βιώνουμε μία επανευθυγράμμιση των νεολαιίστικων κινημάτων της Δύσης/Βορρά με αυτά της Ανατολής/Νότου. Η ανατίναξη των «προνομίων» του κράτους πρόνοιας στον «αναπτυγμένο» Βορρά φέρνει τη νεολαία αντιμέτωπη από πολύ πιο νωρίς με αντίστοιχα προβλήματα επιβίωσης που αποτελούσαν τον πυρήνα της κίνησης της νεολαίας στον «υπανάπτυκτο» Νότο. Έτσι, όμως, έχουμε την εμφάνιση «υβριδιακών μορφών», σε σχέση με τις προηγούμενα γνωστές καταστάσεις, που καθορίζουν τη σημερινή πολυμορφία, εικόνα και σχέση της νεολαίας με τα σημερινά κοινωνικά και πολιτικά κινήματα. 

Σύντομος χάρτης των κινημάτων της νεολαίας

Η διαφοροποίηση από χώρα σε χώρα και η ποικιλία τρόπων κοινωνικής ένταξης της νεολαίας μέσα στην ίδια χώρα διαμορφώνει ένα πλέγμα δράσης και παρέμβασής της, χαρακτηριζόμενο κύρια από τη δόμηση κινήσεων ή την εμφάνιση εκρήξεων γύρω από το συγκεκριμένο πρόβλημα με το οποίο κάθε φορά έρχεται αντιμέτωπη.

Η έντονη παρουσία, αλλά και ρόλος, της νεολαίας στο αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα συνδέεται με το ότι οι ρίζες του χαρακτήρα του τελευταίου βρίσκονται στις προηγούμενες προσπάθειες της νεολαίας να οικοδομήσει κάτω από συνθήκες υποχώρησης εναλλακτικές προς το σύστημα απαντήσεις σε μοριακό επίπεδο. Η πείρα αυτή, πρακτική και θεωρητική, βρήκε έκφραση στο αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα συμβάλλοντας στην σύγκλιση ενός γαλαξία αυτόνομων πριν κινήσεων, με πιο «παραδοσιακά» ή «σύγχρονα» χαρακτηριστικά, κάτω από το στερέωμα ενός κοινού στόχου. Ξανά το βασικό ενοποιητικό στοιχείο είναι η όξυνση της καπιταλιστικής επίθεσης ενάντια στο σύνολο των δικαιωμάτων κοινωνικών τάξεων, κατηγοριών, λαών και εθνοτήτων.

Αν όμως η επίθεση έχει ένα «ενιαίο» κέντρο και ιδεολογικοπολιτική έκφραση, η αντίσταση σ’ αυτήν εμφανίζεται υπό διάφορες ιδεολογικές αντιλήψεις και μορφές αγώνα, από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό μέχρι ένοπλα κομμουνιστικά κινήματα και αντιεξουσιαστικές θεωρήσεις. Οι αιτίες μπορούν να εντοπιστούν ξανά στην πολλαπλή μεταβατικότητα της περιόδου. Η έλλειψη άλλωστε μιας κυρίαρχης σε διεθνικό επίπεδο κοσμοαντίληψης που να χρωματίζει την κύρια κατεύθυνση κίνησης των αντιστάσεων, αντίστοιχης με αυτήν «της προόδου» που χαρακτήρισε τους δύο προηγούμενους μοντέρνους αιώνες, επιτρέπει την εμφάνιση αντιφατικών φαινομένων στην έκφραση της ταξικής πάλης. Αλλού, κύρια σε χώρες με πιο σύγχρονες δομές ενισχύεται πχ ένας διαχωρισμός, συνειδητός ή αυθόρμητος, των κινημάτων αυτών από το επίπεδο της πολιτικής πάλης, ενώ όπου κυριαρχούν πιο παραδοσιακοί τρόποι κοινωνικής οργάνωσης η αντίσταση παίρνει κύρια μορφές διεκδίκησης πολιτικής εξουσίας, πχ ισλαμικά ριζοσπαστικά κινήματα. Παντού όμως η εμπλοκή της νεολαίας όχι μόνο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί αλλά αποτελεί την κινητήρια δύναμη αυτών των κινημάτων.

Πιο συγκεκριμένα μπορούμε να πούμε ότι στις χώρες του αναπτυγμένου Βορρά τα κινήματα νεολαίας εμφανίζονται με τη μορφή εκρήξεων είτε ως εξεγέρσεις της γκετοποιημένης νεολαίας είτε ως σπασμωδικές αμυντικές κινήσεις κύρια ενάντια σε αναδιαρθρώσεις στην εκπαίδευση.

Τα τελευταία είναι αυτά με την πιο συχνή εμφάνιση και τον πιο οργανωμένο χαρακτήρα. Μπορεί χωρίς δισταγμό να υποστηριχτεί πως δεν υπάρχει προσπάθεια εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στην Ευρώπη κυρίως, αλλά και αλλού, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια χωρίς την ανάπτυξη κινημάτων. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των κινημάτων πέρα από τον αμυντικό και σποραδικό χαρακτήρα τους, είναι η μετάθεση του κέντρου βάρους από το σπουδαστικό στο μαθητικό κομμάτι. Η εξέλιξη αυτή σχετίζεται ακριβώς με το γεγονός πως είναι ο κοινωνικός χώρος του σχολείου πλέον ο χώρος παραγωγής και «αυτοδιάθεσης» της νεολαίας σαν ιδιαίτερης κατηγορίας, ένα φαινόμενο που για παλιότερες γενιές συνέβαινε στο πανεπιστήμιο. Επιπλέον η νεολαία έρχεται αντιμέτωπη από τα μαθητικά της χρόνια πια με αποφάσεις ωρίμανσης, πχ επαγγελματικό μέλλον και οικονομικές πιέσεις, που στο επίπεδο της μεταλυκειακής εκπαίδευσης μεταφράζονται σε μεγαλύτερες δεσμεύσεις. Η «σχολειοποίηση» της τριτοβάθμιας συνοδεύεται από το άγχος για γρηγορότερη έξοδο από την εκπαίδευση και από την κατακόρυφη όξυνση της προσπάθειας και των θυσιών για μια αξιοπρεπή δουλειά. Μια αναζήτηση «επαγγελματικής καριέρας» που ξεκινάει πλέον πολύ πιο νωρίς μέσω μυριάδων εκφάνσεων πρόσκαιρης εθελοντικής, εποχικής, μαθησιακής κλπ εργασίας. Ο πιεστικός και ανασφαλής χαρακτήρας του εργασιακού μέλλοντος της νεολαίας και η έλλειψη ακριβώς απτών εναλλακτικών προτάσεων/λύσεων είναι η βάση ενός πραγματισμού και πρακτικού πνεύματος που χαρακτηρίζει τη δράση και τη σκέψη της και που βρίσκει αντίκτυπο στον μερικό και αποσπασματικό χαρακτήρα των αντίστοιχων κινημάτων. Η νεολαία της εκπαίδευσης παρεμβαίνει με αυτόν τον σπασμωδικό τρόπο στην απογύμνωση των δικαιωμάτων της, χωρίς ιδιαίτερη πρόταση και ατζέντα, αλλά κύρια γιατί είναι ο μόνος τρόπος να δηλώσει «παρών» ενάντια στον αποκλεισμό της από κάθε συζήτηση που αφορά κύρια αυτήν και το μέλλον της. Από εδώ προκύπτει και η ζωντάνια και ο μαζικός τους χαρακτήρας, που συνυπάρχουν με ελλείψεις εμβάθυνσης και συνολικοποίησης των αιτημάτων αλλά και διάρκειας. Η εμπειρία του χρόνιου αποκλεισμού της έχει πάρει σταδιακά τη μορφή «επιλογής απουσίας» από τον πολιτικό στίβο που ταυτίζεται ακριβώς μ’ αυτή την εχθρικότητα και την αποξένωση από κάθε ιδεώδες, αρχή και συμφέρον της. Είναι δυστυχώς η συνέχεια της επίθεσης που εξασφαλίζει τη συνεχή εμφάνιση νεολαιίστικων εκρήξεων στην εκπαίδευση και όχι η δράση αριστερών ή άλλων επαναστατικών δυνάμεων.

Η απόσταση που χωρίζει τις επαναστατικές ιδέες και μορφές αγώνα από τη νεολαία εμφανίζεται ακόμα πιο έντονα στο επίπεδο της γκετοποιημένης νεολαίας. Ο αποκλεισμός αυτού του κομματιού είναι πολλαπλός. Οι ταξικοί-κοινωνικοί διαχωρισμοί παίρνουν τη μορφή πλέον και εθνικών-φυλετικών-ρατσιστικών διακρίσεων που η έντασή τους αποτυπώνεται στο βίαιο και πληβειακό χαρακτήρα των εξεγέρσεων των γκέτο όπως στο Λ.Α, στο Παρίσι, αλλά και αλλού. Αν η νεολαία της εκπαίδευσης χρειάζεται να ξεσπάσει σε άναρθρες κραυγές για να αμυνθεί, η νεολαία των γκέτο όχι μόνο δεν έχει τίποτα άξιο να υπερασπιστεί, αλλά για να ακουστεί πρέπει κυριολεκτικά να σπάσει και για να φανεί πρέπει να βάλει φωτιές. Η νεολαία αυτή, σε όποιο μέρος του πλανήτη, από τις φαβέλες της Λατ. Αμερικής μέχρι τις μητροπόλεις--γκέτο του Βορρά είναι προϊόν κατεργασίας των πιο βάρβαρων κατασταλτικών, ελεγκτικών και χειριστικών μηχανισμών. Η διαφυγή στην παραβατικότητα και το συμμοριτισμό υιοθετούνται σαν μέσα επιβίωσης, κοινωνικής και οικονομικής ταυτόχρονα, από μια νεολαία που αντιμετωπίζει τοίχους χωρίς πόρτες ή άλλες διεξόδους. Η ανάπτυξη αντίστοιχων νεολαιίστικων κουλτουρών, βγαλμένων μέσα από την εμπειρία του δρόμου, αποτελεί σημείο ταυτότητας και αναγνώρισης αυτής της νεολαίας καθώς και καθορισμού της απέναντι στις αρχές, τους κώδικες και τις υποσχέσεις ενός συστήματος που δεν αναγνωρίζει καν την ύπαρξή της. Το παράδοξο στοιχείο αφομοίωσης αυτής της γλώσσας της μέσω της πολιτιστικής βιομηχανίας του συστήματος, δεν κάνει τίποτα άλλο στην ουσία παρά να ενισχύει τη διαπίστωση της εκμετάλλευσής της σαν όνειρο διαφυγής αλλά και απογοήτευσης/μοιρολατρίας όσον αφορά την αδυναμία γενικότερης αλλαγής, άλλης από προσωπικής. 

Αξίζει μια σύντομη αναφορά στο ρόλο της νεολαίας στα κινήματα και τις λαϊκές εξεγέρσεις της Λατινικής Αμερικής και στα κινήματα του ριζοσπαστικού Ισλάμ, δυο πολύ διαφορετικές καταστάσεις που όμως χαρακτηρίζονται από την έντονη παρουσία της νεολαίας σ’ αυτά. Το κύριο χαρακτηριστικό και των δύο είναι ότι η κίνηση της νεολαίας είναι πλήρως συγχρονισμένη μ’ αυτήν γενικότερων κινημάτων. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η νεολαία βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή αυτών των κινημάτων αλλά δεν αποτελεί την κινητήρια δύναμή τους (πχ στη Λ. Αμερική το ιθαγενικό στοιχείο κατέχει πολύ πιο κεντρική θέση ενώ στη Μ. Ανατολή πρόκειται για συνολικά εθνικά κινήματα). Από ‘κει και πέρα αρχίζουν οι διαφορές όσον αφορά τη φύση αυτών των κινήσεων, από τα αντικαπιταλιστικά-αντιιμπεριαλιστικά κινήματα της Λ. Αμερικής μέχρι τα αντιιμπεριαλιστικά-εθνικιστικά της Μ. Ανατολής.

Νεολαία και κίνημα: σε φάση μετάβασης και αλλαγής

Τα κινήματα της νεολαίας σήμερα επιδεικνύουν έναν πλούτο αντίστοιχο με τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της επίθεσης του παγκοσμιοποιημένου κεφάλαιου. Ο χαρακτήρας τους καθορίζεται βασικά από τις ειδικές συνθήκες κάθε χώρας στην οποία εμφανίζονται, ενώ ένα ενθαρρυντικό στοιχείο είναι η σύγκλιση της ψαλίδας ανάμεσα στην κίνηση της νεολαίας και τη δράση γενικότερων κινημάτων. Παρά τις ελλείψεις των νεανικών εκρήξεων και τον «μη εμφανώς πολιτικό» χαρακτήρα τους, η νεολαία δεν είναι απούσα και παρεμβαίνει δραστήρια στις κοινωνικές εξελίξεις με τον ιδιαίτερο δικό της τρόπο. Ένα στοιχείο είναι πως η συμμετοχή της νεολαίας και το ενδιαφέρον της για «τα κοινά» αυξάνει διαρκώς. Η συμμετοχή της αυτή όμως, αν μιλάμε για τον «αναπτυγμένο» κόσμο δεν συμβαδίζει με τις συνήθειες παλαιότερων καταστάσεων, αλλού απελευθερώνοντας δυναμικές και αλλού αυξάνοντας περιορισμούς.

Παρόλα αυτά η σημερινή νεολαία φαίνεται να έχει πιο στέρεα τα πόδια της στην πραγματικότητα. Παράλληλα έχει διευρυνθεί η γκάμα των δημιουργικών της δραστηριοτήτων κι επιδεικνύει ένα θετικό/πρακτικό πνεύμα στην αναζήτηση λύσεων και σαν κριτήριο ελέγχου καλεσμάτων «πολιτικοποίησής» της. Συγκινείται περισσότερο από συγκεκριμένα απτά παραδείγματα παρά από γενικές μελλοντικές ενοράσεις και δεν διστάζει να αναπτύσσει μόνη της, αλά «κάν’ το μόνος σου», δικές της ομάδες, χώρους κλπ, ανάλογα με τα ενδιαφέροντά της. Οι διαδικασίες αυτές συσσωρεύουν, παρά τη μερικότητά τους, μια πείρα πιο στέρεα, κατακτημένη στο επίπεδο της πράξης και μεταφερόμενη σε άλλους κοινωνικούς χώρους, εκεί όπου κατεστημένοι θεσμοί και διαδικασίες εμποδίζουν την ανάπτυξη κινήσεων. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό όσον αφορά τους εργασιακούς χώρους, καθώς οικονομικοί μετασχηματισμοί καταργούν προηγούμενες κατηγορίες εργαζόμενων και μορφές οργάνωσης αναδεικνύοντας άλλες, στις οποίες ο νέος εργαζόμενος αποτελεί την κεντρική ηλικιακή φιγούρα.

Το στοιχείο αυτής της γνώσης είναι ένα από τα δύο στοιχεία που εμφανίζονται με ιδιαίτερη ένταση στη νεολαιίστικη συνείδηση και πρακτική. Αναδείχτηκε έντονα και κυρίως μέσω της εμπλοκής της νεολαίας με το κίνημα της παγκοσμιοποίησης, που ανάμεσα στ’ άλλα κατάφερε να κοινωνικοποιήσει παγκοσμίως αυτή την πραχτική γνώση. Το παράδοξο είναι ότι η αυξανόμενη αυτή γνώση αδυνατεί από μόνη της να συνθέσει ένα συνολικοποιημένο προγραμματικό όραμα που να συνενώνει οργανικά τα διάφορα κομμάτια του κινήματος.

Το δεύτερο στοιχείο είναι μια ισχυρή αίσθηση ηθικής, ή καλύτερα ήθους, που αναδεικνύεται σαν πρακτικό κριτήριο ελέγχου και διεκδίκησης εφαρμογής προβαλλόμενων «αξιών» ή «οραμάτων». Συνοπτικά, θα μπορούσε να ειπωθεί πως το ηθικό στοιχείο χαράζει ένα όριο πάνω στο οποίο προσκρούουν σήμερα μια σειρά νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Σαν ένα ιστορικό σύνορο πίσω από το οποίο δεν είναι διατεθειμένα να υποχωρήσουν πλατιά κοινωνικά στρώματα και κύρια η νεολαία, που αν και με ιδεαλιστικό αλλά πλήρως υλικό τρόπο (συμμετοχή στο κίνημα / ηθική σαν κοινωνική πράξη) προβάλλει αυτές τις ηθικές αξίες σαν πολιτικό κριτήριο και αίτημα, στη θέση απόντων εναλλακτικών κοινωνικών οραμάτων.

Γενικά μιλώντας, το στοίχημα είναι το πάντρεμα του παλιού με το καινούργιο. Δηλαδή πώς η ιστορική πείρα του κινήματος θα μπορέσει να συναντηθεί με αναδυόμενες καταστάσεις ώστε να μην χρειαστεί να ξανανακαλυφθεί, αλλά και να εμπλουτιστεί προσαρμοζόμενο στις νέες συνθήκες και ξεφορτώνοντας όποιο περιττό βάρος, επιταχύνοντας έτσι διαδικασίες μετασχηματισμού των νεολαιίστικων κινημάτων από αμυντικά - αυθόρμητα σε πιο επιθετικά - μονίμως παρόντα. Κάτι τέτοιο θα κριθεί από το πόσο είναι διατεθειμένο το υπάρχον οργανωμένο κίνημα, σε όλες του τις μορφές, να αρνηθεί τον πατερναλιστικό του χαρακτήρα και να ανοιχτεί χωρίς σχήματα και προϋποθέσεις άλλων εποχών στη σημερινή νεολαία η οποία, αν μη τι άλλο δικαιολογημένα, είναι επιφυλακτική απέναντί του, προτιμώντας να ανιχνεύσει το δικό της δρόμο. Διεκδικώντας έτσι τη δική της γνώση και επιτυχίες όπως και τα δικά της λάθη, καταδικά της.

Μόλις το 1,2% των νέων υποστηρίζει ότι «η κοινωνία μας είναι εντάξει όπως είναι»

Μιλώντας για το… 98,8% της νεολαίας

του Γ.Παπαϊωάννου

Έρευνα του 2000 της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς χωρίζει τη νεολαία σε τρεις βασικές ομάδες. Η πρώτη από αυτές που βαφτίζεται «επικριτική ομάδα» δηλώνει ότι «αισθάνεται άβολα από την κοινωνική πραγματικότητα, ενώ διακατέχεται επιπλέον από αισθήματα κοινωνικού αποκλεισμού». Η ομάδα αυτή συγκεντρώνει το 78% των νέων έναντι 18,6% της «ενδιάμεσης ομάδας» και 3,4% της «ομάδας αποδοχής», των νέων δηλαδή που «αισθάνονται ενσωματωμένοι στην κοινωνία και διακατέχονται από θετικά αισθήματα για τους διάφορους τομείς της»

Νεολαία και πολιτική κρίση

Για τη μεγάλη αγάπη που τρέφουν τα κόμματα και όλοι οι εκπρόσωποι του κράτους και των επίσημων πολιτικών θεσμών για τη νεολαία, δεν ισχύει το «αμοιβαία τα αισθήματα». Ας την καλοπιάνουν, ας δηλώνουν ότι σ’ αυτήν στηρίζουν τις ελπίδες τους, ας μη χάνουν ευκαιρία να εκφράσουν την απεριόριστη εμπιστοσύνη στις αρετές της (και συνήθως αρετές θεωρούν την τάξη, την υποταγή, την ευπρέπεια). Ας ορκίζονται ότι όλα τα κάνουν για το καλό της, για το δικό της μέλλον. Αυτή φαίνεται να μην καταλαβαίνει τίποτα: Η συντριπτική πλειοψηφία των νέων εξακολουθεί να δηλώνει τη δυσαρέσκειά της για το πολιτικό σύστημα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί σήμερα. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες πάνω από 8 στους 10 νέους στην Ελλάδα εμφανίζονται δυσαρεστημένοι από το πολιτικό σύστημα και αντίστοιχο ποσοστό θεωρεί ότι τα πράγματα θα χειροτερέψουν στο μέλλον. Ας μη θεωρηθεί ότι αυτά τα στοιχεία εξηγούνται από μια απαθή και απολίτικη στάση. Οι ίδιες έρευνες εμφανίζουν ένα ποσοστό 80% να δηλώνει ενδιαφέρον για τα πολιτικά πράγματα και τις πολιτικές εξελίξεις.

Μπορεί να είναι χιλιοειπωμένο με διάφορους τρόπους. Δεν παύει όμως να αποτελεί σημαντικό δεδομένο. Η δυσαρέσκεια της νεολαίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα αυξάνεται και συσσωρεύεται. Οι χειρισμοί και οι πολιτικές που σκοπό έχουν να την περιορίσουν, έχουν γίνει επιστήμη από το σύστημα. Δεν είναι όμως αποτελεσματικές τη στιγμή που οι «πραγματικές» πολιτικές, αυτές που εφαρμόζονται στο επίπεδο της οικονομίας, της εργασίας, της εκπαίδευσης είναι λάδι που πέφτει καθημερινά στη φωτιά. Η κρίση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας της νεολαίας προς το πολιτικό σύστημα είναι κομμάτι του συνολικού πολιτικού και κοινωνικού ζητήματος στην Ελλάδα. Μόνο η φανερή έλλειψη μιας άλλης προοπτικής εμποδίζει αυτή την κρίση να ξεσπάσει με θεαματικά αποτελέσματα και συνέπειες.

Η γενιά της απαισιοδοξίας;

Η «νέα σκέψη» που έκανε θαύματα στα τέλη της δεκαετίας του ΄80 είχε απαντήσεις για όλα. Προετοίμαζε για μια ανθρωπότητα απαλλαγμένη από τα προβλήματα του παρελθόντος, που θα βάδιζε ενωμένη, διεθνοποιημένη και χωρίς αντιθέσεις στην απόλυτη ευημερία. Η νέα τάξη πραγμάτων ήρθε με τυμπανοκρουσίες, αλλά δεκαπέντε χρόνια μετά δεν έχει απλά διαψεύσει κάθε προσδοκία για «καλύτερες μέρες» στα πλαίσια αυτού του συστήματος αλλά έχει πείσει και τον πιο δύσπιστο ότι ο κόσμος πηγαίνει ολοταχώς προς τα πίσω. Στη χώρα μας, μετά από δεκαετίες υποσχέσεων για «έξοδο από το τούνελ», μετά από μια σειρά από «εθνικούς στόχους» που δεν τους βάζει ο λαός αλλά αυτός τους πληρώνει με όλο και μεγαλύτερο κόστος, τα περιθώρια αισιοδοξίας για τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις έχουν εξαντληθεί.

Η συντριπτική πλειοψηφία των νέων εκφράζει την απαισιοδοξία της για τις μελλοντικές πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Παρόλο που μιλάμε για τη γενιά που έχει λιγότερα εμπειρικά στοιχεία για να συγκρίνει με μια προηγούμενη κατάσταση και να διακρίνει την τάση προς τη χειροτέρευση των όρων ζωής, δεν παύει να εντοπίζει αυτή την τάση. Η όποια αισιοδοξία περιορίζεται σε ατομικό επίπεδο. Οι περισσότεροι νέοι ελπίζουν ότι αυτοί «θα τη βολέψουν κάπως», την ίδια στιγμή που θεωρούν ότι συνολικά τα πράγματα θα χειροτερέψουν. Πέρα λοιπόν από την ατομική ελπίδα, η «συλλογική συνείδηση» είναι απαισιόδοξη. Ή μήπως ρεαλιστική; Κάποιοι διαπιστώνουν ότι «η σημερινή νέα γενιά είναι ίσως η πρώτη γενιά που πιστεύει ότι δεν θα ζήσει μια καλύτερη ζωή από αυτή των γονιών της».

Αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να περνάει απαρατήρητη. Μια γενιά που βλέπει μαύρο το μέλλον της δεν μπορεί παρά να αντιδράσει. Η κατεύθυνση των αντιδράσεων δεν είναι δεδομένη. Η ατομική αναδίπλωση και το σκύψιμο του κεφαλιού «μπας και τη σκαπουλάρουμε» είναι το ένα ενδεχόμενο. Το άλλο είναι η διεκδίκηση ενός διαφορετικού μέλλοντος. Τα δύο αυτά ενδεχόμενα μπορεί να συνυπάρχουν. Το ένα ήδη εκφράζεται πιο φανερά αλλά κανείς δεν μπορεί να πει ότι με πιο «περίεργους» τρόπους και μέσα από πιο υπόγεια ρεύματα δεν προβάλλει και το δεύτερο ενδεχόμενο.

«Κατατμημένες, αιωρούμενες και ταλαντούμενες»

Μοιάζουν με όρους των φυσικών επιστημών αλλά στην περίπτωσή μας δεν πρόκειται για τέτοιους. Είναι όροι που χρησιμοποιούν μελετητές για να περιγράψουν τις ζωές των νεολαίων. Η μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία και η αποκοπή από την οικογένεια που χαρακτηρίζουν το ξεπέρασμα της νεότητας συνέβαιναν παλιότερα με πιο γραμμικό τρόπο. Η ελαστικοποίηση της εργασίας και η έκρηξη της ανεργίας, ο οικονομικός – κοινωνικός – πολιτιστικός – εκπαιδευτικός αποκλεισμός οδηγεί σε πιο μπλεγμένες καταστάσεις. Μέσα και έξω από την εκπαίδευση, μπαινοβγαίνοντας στην αγορά εργασίας, καταρτιζόμενη και επανακαταρτιζόμενη για να γίνει καλύτερο «εξάρτημα στη μηχανή τους», βλέποντας χιλιάδες πράγματα να της «προσφέρονται» στις τηλεοράσεις, στο διαδίκτυο και στις βιτρίνες, και πραγματοποιώντας ελάχιστα, η νεολαία που παραμένει νεολαία για όλο και μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, την ίδια στιγμή που παύει να είναι νεολαία, μπαίνοντας στο λούκι, όλο και νωρίτερα μοιάζει να ζει ταυτόχρονα διαφορετικές ζωές, να αιωρείται ανάμεσα σε διαφορετικές ταυτότητες, να ταλαντεύεται ανάμεσα σε διαφορετικές καταστάσεις.

(Μήπως η έκρηξη στα προβλήματα που αφορούν την ψυχική υγεία των νέων, οι όλο και περισσότεροι μαθητές και μαθήτριες με τέτοιου είδους προβλήματα είναι φαινόμενα άσχετα με αυτές τις καταστάσεις;)

Την ίδια στιγμή, αυτές οι «μπερδεμένες καταστάσεις» αντικειμενικά αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί μια διαφορετική ανταγωνιστική πολιτική. Αν παλιότερα η μαθητική – σπουδαστική – φοιτητική νεολαία χωριζότανε πιο καθαρά από τους εργαζόμενους νέους, αν παλιότερα ο χώρος της εκπαίδευσης και ο χώρος της εργασίας έκλειναν σε διαφορετικά «στρατόπεδα» τις μάζες των νέων, σήμερα κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αυτό δεν σημαίνει ότι αμβλύνονται ταξικές διαφορές και διαχωρισμοί, αλλά ίσα–ίσα ότι διευρύνεται το φάσμα της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και των αποκλεισμών, ότι διευρύνεται μια μάζα νέων ανθρώπων που είναι αντικείμενα της εκμετάλλευσης και των χειρισμών, που είναι στο επίκεντρο της αστικής επίθεσης και που μπορεί να έχει κοινούς στόχους, μέτωπα και εχθρούς. Αυτό που με «ξύλινους όρους» παλιότερα λέγονταν «συγχώνευση της νεολαιίστικης σπουδαστικής μάζας με την εργατική τάξη» διευκολύνεται, από την άποψη των υλικών όρων.

Ρατσισμός κατά της νεολαίας

Δεν ξέρουμε αν ο όρος είναι δόκιμος ή «επιστημονικά έγκυρος», πάντως εκφράζει μια πραγματικότητα που είναι υπαρκτή και που αντικατοπτρίζεται σε μεγάλο βαθμό και στη συνείδηση των νέων ανθρώπων. Οι πολιτικές της αστικής τάξης έχουν στο στόχαστρο τη νεολαία. Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν την μορφώνει αλλά την καταστέλλει και την καταπιέζει. Ο πολιτισμός τους μοιάζει να προσπαθεί να την ξεφτιλίσει μέσα από τα reality και τα υπόλοιπα προϊόντα του. Κυρίως, όμως, οι αλλαγές στους όρους εργασίας είναι ξεκάθαρο ότι την αντιμετωπίζουν ρατσιστικά: Αυτοί που μπήκαν στην αγορά εργασίας πριν το ΄92 και αυτοί που μπήκαν μετά. Αυτοί που είναι μέχρι 26 και αυτοί που είναι πάνω από 26. Αυτοί που διορίζονται τώρα στο δημόσιο και αυτοί που διορίστηκαν πριν.

Μπορεί να υπάρχουν δύο ενστάσεις σε αυτή τη λογική: Η πρώτη είναι ότι έτσι κι αλλιώς για όλους «χτυπάει η καμπάνα» και η δεύτερη ότι επί της ουσίας δε μιλάμε για κάποιο «ρατσισμό» αλλά για ψυχρούς υπολογισμούς γύρω από τον τρόπο που θα περάσει μια πολιτική. Αλλά, όπως και να έχει, υφίσταται ο διαχωρισμός και οι ειδικές αντι-νεολαιίστικες πολιτικές και άλλωστε και ο ορίτζιναλ ρατσισμός συνήθως πολιτικά κίνητρα έχει παρά ιδεολογικά και θεωρητικά. Ο ρατσισμός αυτός γίνεται αντιληπτός από τη μεγάλη μάζα των νέων. Η εχθρότητα προς τους πολιτικούς θεσμούς και το πολιτικό σύστημα είναι αποτέλεσμα και αυτής της κατάστασης και όχι γενικά της «απαξίωσης της πολιτικής». Η νεολαία βλέπει καθημερινά και καταλαβαίνει ότι υπάρχει ένα σύστημα που είναι εχθρικό προς αυτήν, που επεξεργάζεται πολιτικές, ρυθμίσεις και νόμους που δεν είναι προς το συμφέρον της αλλά ενάντια σε αυτό, που προσπαθούν να την καθυποτάξουν, να την περιθωριοποιήσουν, να της κάνουν τη ζωή πιο δύσκολη και πιο άσχημη.

(Πρόσφατα ο Γ. Παπανδρέου, αυτός ο μεγάλος θαυμαστής, αφουγκραστής και γλύφτης της νεολαίας χαιρέτισε την εξέγερση της γαλλικής νεολαίας και κάλεσε τους νέους στην Ελλάδα να ακολουθήσουν το παράδειγμά της, αυτός που πρώτος, δύο χρόνια πριν, πρότεινε χειρότερα ρατσιστικά μέτρα ενάντια στους νέους από αυτά που άναψαν φωτιά σ’ ολόκληρη τη Γαλλία…)

Σε αναζήτηση ιδεολογίας

Νεολαία και ιδεολογία. Δυο έννοιες που μέχρι πρόσφατα εμφανίζονταν να έχουν πάρει διαζύγιο. Για όποιον θέλει να παρατηρήσει, η πραγματικότητα είναι λίγο διαφορετική. Η νεολαία ασφυκτιά μέσα στα σημερινά πλαίσια και αυτό δεν είναι υπερβολή. Έρευνα του 2000 της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς χωρίζει τη νεολαία σε τρεις βασικές ομάδες. Η πρώτη από αυτές που βαφτίζεται «επικριτική ομάδα» δηλώνει ότι «αισθάνεται άβολα από την κοινωνική πραγματικότητα, ενώ διακατέχεται επιπλέον από αισθήματα κοινωνικού αποκλεισμού». Η ομάδα αυτή συγκεντρώνει το 78% των νέων έναντι 18,6% της «ενδιάμεσης ομάδας» και 3,4% της «ομάδας αποδοχής», των νέων δηλαδή που «αισθάνονται ενσωματωμένοι στην κοινωνία και διακατέχονται από θετικά αισθήματα για τους διάφορους τομείς της». (Η Γενική Γραμματεία δεν μας είπε «τι ομάδα είναι» αλλά δεν πειράζει…) Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, την άποψη ότι «η κοινωνία μας είναι εντάξει όπως είναι» υποστηρίζει μόλις το 1,2% των νέων.

Θα ήταν περίεργο, κομμάτια αυτού του 98,8% ή του 78% να μην αναζητούν ένα όραμα, μια ιδεολογία που να αναφέρεται σε μια άλλη κοινωνία. Βέβαια, η ζημιά που έχει γίνει στην απελευθερωτική ιδεολογία από τους διάφορους διαχειριστές και σπόνσορές της είναι τεράστια. Γι’ αυτό και η συνάντηση νέων ανθρώπων με την πραγματικά απελευθερωτική ιδεολογία δεν είναι καθόλου εύκολη, χώρια που δε μιλάμε ακριβώς για «τυχαία συνάντηση» αλλά για κάτι διαφορετικό. Γι’ αυτό και προσπαθούν και καταφέρνουν σε ένα βαθμό να κάνουν παιχνίδι άλλες, πιο εύκολες και «μουράτες» ιδεολογίες, περισσότερο ή λιγότερο επικίνδυνες.

Η αναζήτηση όμως υπάρχει. Μεγάλο κομμάτι νέων, και αυτό δε βγαίνει εύκολα από τις έρευνες και τις μετρήσεις αλλά από την καθημερινή πρακτική, ψάχνουν κάτι διαφορετικό, ενδιαφέρονται για τις ―κατά τους μεταμοντέρνους― «μεγάλες αφηγήσεις», δεν είναι αδιάφοροι για μια ιδεολογία που προσπαθεί να εξηγήσει και να αλλάξει τον κόσμο. Σε μια σειρά από site όπου συχνάζει νεολαία θα δει κανείς κουβέντες και αντιπαραθέσεις περί αντίστασης, επανάστασης κλπ. Ο Τσε συγκινεί ένα κομμάτι πάρα πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αποτελεί τη νεολαία ενός κόμματος και από την άλλη μεριά ο Μπους συμβολίζει κάτι αντίθετο και εχθρικό για τη συντριπτική πλειοψηφία. Αν ιδεολογική αναζήτηση δεν θεωρούμε να αρχίσουν ξαφνικά οι μαθητές να μελετάνε τον μαρξισμό, τότε αυτά είναι δείγματα αναζήτησης, στοιχειώδικης αλλά υπαρκτής.

Την ίδια στιγμή, είναι δεδομένο ότι το στοιχείο της «ηθικής», του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου είναι αυτό που βασικά αποτελεί κριτήριο και καθορίζει στάσεις. Η τεράστια κινητοποίηση νεολαίας, και δεν εννοούμε μόνο τις διαδηλώσεις αλλά μια ευρύτερη ενεργοποίηση, ακριβώς τρία χρόνια πριν, ενάντια στον πόλεμο είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η νεολαία ξεσηκώθηκε ενάντια σε αυτό που ένιωθε κατάφορη αδικία, τεράστιο ψέμα, υποκρισία και αδικία.

Για μια άλλη Πολιτική

Σε παγκόσμιο επίπεδο η νεολαία δεν έχει σταματήσει να είναι δύναμη κρούσης οπουδήποτε ξεσπούν κινήματα και εξεγέρσεις. Το αποδεικνύει το διπλό παράδειγμα της Γαλλίας με το βίαιο ξέσπασμα της γκετοποιημένης νεολαίας να ακολουθείται από την εξέγερση των νέων εργαζόμενων, φοιτητών και μαθητών που έφερε πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους στους δρόμους. Δεν μπορούμε να αντιπαραθέσουμε το ένα (το πιο «κανονικό») στο άλλο (το πιο «βάρβαρο») αλλά να τα δούμε ως μία συνολική εξέγερση της νεολαίας ενάντια στον αποκλεισμό, την εκμετάλλευση και το ρατσισμό. Αν προσθέσουμε το δημοψήφισμα για το ευρωσύνταγμα, όπου η νεολαία έριξε αποφασιστικό βάρος στη ζυγαριά, το παράδειγμα ολοκληρώνεται.

Η νεολαία δεν μπορεί παρά να αποκτήσει σχέση με την πολιτική αλλά αυτό, για να είναι κάτι ελπιδοφόρο και διαφορετικό, θα γίνει με διαφορετικούς όρους από αυτούς που θέτει η επίσημη πολιτική. Αυτή η Πολιτική θα προκύψει ακριβώς σε σύγκρουση με το μοντέλο πολιτικής και πολιτικού που προβάλλεται σαν μονόδρομος. Η πολιτική σήμερα είναι για τους νέους ένα επάγγελμα που ασκούν κάποιοι ειδικοί του ψεύδους, του χειρισμού, των υποσχέσεων, των δημόσιων σχέσεων, του ατομικού κέρδους ή στην καλύτερη περίπτωση το χόμπι κάποιων γραφικών. Η άλλη Πολιτική θα είναι ο λόγος και η πρακτική που θα αναδεικνύει τις αγωνίες και τη θέληση αυτής της «επικριτική ομάδας» ―για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της έρευνας που αναφέρθηκε― των νέων δηλαδή που αισθάνονται άβολα από την κοινωνική πραγματικότητα και απειλούνται από τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Μια τέτοια πολιτική δεν υπάρχει έτοιμη προς χρήση αλλά θα διαμορφωθεί μέσα από την αντίσταση, την οργάνωση και την έκφραση των νέων ανθρώπων. Όποιος νομίζει ότι μπορεί να μαντρώσει μέσα σε εύκολα σχήματα τη νεολαία, όποιος λογαριάζει να την «κόψει στα μέτρα του», όποιος δεν είναι έτοιμος να δει τις μορφές που θα παραχθούν από την ίδια τη νεολαία, όποιος δεν είναι έτοιμος να διδαχτεί αλλά ξέρει μόνο να διδάσκει, λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο.

Σχεδόν τριάντα χρόνια πριν, ένας που έμεινε νεολαίος έγραφε ότι οι εκρήξεις της νεολαίας υποδείχνουν στις πραγματικά επαναστατικές δυνάμεις να προβάλλουν πειστικά όχι μόνο στα λόγια μα και στην πράξη μια «νέα θεωρία» και μια «νέα οργάνωση» και συνέχιζε γράφοντας ότι, βασανιστικά ίσως, θα ξεπηδήσουν νέα πράγματα στη θεωρία, στην πραχτική και στην οργάνωση της επανάστασης. Αν αυτά σήμερα φαίνονται κάπως αυτονόητα (αλλά δεν είναι), το 1978 σίγουρα δεν ήταν αυτονόητα αφού ακόμα οι λύσεις φαίνονταν έτοιμες και οι θεωρίες ακλόνητες. Ακόμα και σήμερα όμως, μερικοί σκέφτονται έτσι κι ας έχει καταρρεύσει το σύμπαν γύρω τους.

Μια άλλη Πολιτική που να απαντάει στο ζήτημα της νεολαίας δεν μπορεί παρά να έχει μια συνολική αντίληψη για τα πράγματα και να παίρνει υπόψη της πολλές πλευρές. Σε παγκόσμια κλίμακα αυξάνεται μια πολιτικοποίηση κατατεμαχισμένη. Όπως το σύστημα προσφέρει στους νέους και τις νέες διάφορες «φυλές» για να διαλέξουν πού θα ενταχθούν (από όλα έχει ο μπαχτσές, και πιο συντηρητικές φυλές και πιο «αντικομφορμιστικές» τουλάχιστον σε εμφάνιση και πιο cool και πολύ πιο βίαιες), έτσι και η πολιτικοποίηση φαίνεται πολυμορφική και «μονοθεματική». Ο καθένας διαλέγει και παίρνει ό,τι τον συγκινεί περισσότερο να ασχοληθεί (δικαιώματα, οικολογία, φεμινισμός, μειονότητες κλπ). Αυτό δεν είναι βέβαια κακό, ούτε και τα επιμέρους θέματα  είναι μικρά. Και αυτή η «μονοθεματική» δραστηριοποίηση πιθανά έχει να προσφέρει και στα περιεχόμενά της και στις μορφές της. Αυτό που λέμε εδώ είναι ότι μια διαφορετική Πολιτική θα διαμορφώσει σταδιακά μια πιο συνολική συνείδηση συμβατή με τις απαιτήσεις του κινήματος στην εποχή μας και που στο κέντρο της δεν μπορεί παρά να έχει το ―παλιομοδίτικο αλλά επίκαιρο περισσότερο από ποτέ― ζήτημα της εργατικής τάξης, της ζωντανής εργασίας και της αντίθεσής της με το κεφάλαιο.

Μέτωπα παντού

Ξεκινώντας απ’ αυτή την αντίθεση, όχι μόνο δεν ξεχνιούνται αλλά φαίνονται με μια συνολική οπτική μια σειρά μέτωπα πάλης της νεολαίας. Γιατί η πολιτικοποίηση ή η στράτευση (αυτή η ωραία και ξύλινη λέξη όπως γράφεται και στο προηγούμενο φύλλο της «Αριστεράς!») δεν θα γεννηθούν αφηρημένα αλλά μέσα από κινήσεις, αγώνες, ξεσπάσματα που θα προκύψουν με βάση την απάντηση σε συγκεκριμένες πολιτικές. Σε ποια μέτωπα λοιπόν, θα οικοδομηθεί αυτή η άλλη πολιτική και θα δοκιμαστεί μια «άλλη θεωρία» και μια «άλλη οργάνωση»;

       Στο μέτωπο της εργασίας. Της απάντησης στις πολιτικές που θέλουν να μας γυρίσουν δεκαετίες πίσω. Στην ανεργία και την ελαστικοποίηση. Σε όλα τα μέτρα που χτυπάνε τους εργαζόμενους και τη νεολαία.

       Στην εκπαίδευση. Στην πλήρη μετατροπή της σε εμπόρευμα και εργαλείο αποκλεισμού ταυτόχρονα. Στην εφόρμηση του κέρδους και των νόμων της αγοράς στο χώρο της παιδείας.

       Στο κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, τον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο. Για την αλληλεγγύη στους λαούς που βρίσκονται στο στόχαστρο αλλά και την αντιπαράθεση στις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης και του ιμπεριαλισμού στη χώρα μας και στην ευρύτερη περιοχή.

       Ενάντια στο ρατσισμό και τον εθνικισμό. Για την ενότητα των μαθητών Ελλήνων και ξένων, την ενότητα των εργαζόμενων ανεξάρτητα από εθνικότητα ενάντια σε όλους τους τεχνητούς διαχωρισμούς.

       Για τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα δικαιώματα, ενάντια στην καταστολή, την αστυνομοκρατία, το χαφιεδισμό παλιού και ηλεκτρονικού τύπου.

       Για ένα ρεύμα ενάντια στην εμπορευματοποίηση του συνόλου της ζωής μας. Για μια πρακτική στάση διαφορετική από αυτή που επιβάλλουν οι νόμοι της αγοράς σε όλα τα επίπεδα (τέχνη, τρόπος ζωής κλπ)

       Ενάντια στο συντηρητισμό, την κοινωνική οπισθοδρόμηση, την επιβίωση μιας σειράς προλήψεων, αντιδραστικών θεωριών και πρακτικών. Ενάντια στην πατριαρχία και το ρατσισμό ενάντια στις γυναίκες. Ενάντια στον πατερναλισμό απέναντι στη νεολαία και στην πειθάρχηση.

       Για μια συνολική κριτική του κοινωνικού μοντέλου σε όλους τους τομείς και τις πλευρές. Αυτό το σύστημα κοινωνικών σχέσεων έχει διαπεράσει όλες τις σφαίρες της ζωής και δεν έχουμε λόγο να αφήσουμε τίποτα στο απυρόβλητο. Οι εξεγέρσεις της νεολαίας θέτουν το ζήτημα με διάφορους τρόπους. Για έναν πιο βαθύ και λιγότερο «της μόδας» πραγματικό αντικαπιταλισμό.

Δυστυχώς για τους εκπρόσωπους του γερασμένου συστήματος, ο κόσμος δεν γερνάει μονομιάς. Οι παλιές γενιές μεγαλώνουν και φεύγουν αλλά καινούργιες ξεφυτρώνουν και έτσι η νεολαία είναι μια «μόνιμη κατάσταση», όπως μόνιμη θα είναι η αμφισβήτηση και η αντίσταση. Η κομμουνιστική Αριστερά έχει να πάρει και να δώσει στη νέα γενιά. Αν θέλει να δικαιολογεί τον τίτλο της, ας πασχίσει να είναι πραγματικά «τα νιάτα του κόσμου»…

Απόλυτος νεοφιλελευθερισμός στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

του Χ.Κατσούλα

Μέσα σε ένα χρόνο η ΝΔ έβγαλε πολλή δουλειά και σημαντικό έργο για τις δυνάμεις της αγοράς. Οκτώ νόμοι σε δέκα μήνες. Η ταχύτατη νομοθετική παραγωγή δεν προδίδει παρά δύο πράγματα: Τη βιασύνη της ΝΔ να υλοποιήσει το αντιδραστικό πρόγραμμα που θέλουν οι δυνάμεις της αγοράς, το κεφάλαιο και η ΕΕ. Και την ανυπαρξία αντιδράσεων στο σύνολο της ακαδημαϊκής κοινότητας που επιτρέπει τη βιασύνη σε επίπεδο ψήφισης νόμων και «θεσμικής» απελευθέρωσης της νεοφιλελεύθερης ασυδοσίας στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Οι νόμοι της ΝΔ έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζονται. Ο ΔΟΑΤΑΠ άρχισε τη φάμπρικα της αναγνώρισης πτυχίων αλλοδαπών κολεγίων, προχωρώντας στην ισοτίμηση με τα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Είναι κεντρική ρύθμιση και οι πανεπιστημιακές διοικήσεις δεν μπορούν (ή και δεν θέλουν) να το αποτρέψουν. Τα ΙΔΒΕ αρχίσαν να ιδρύονται. Η αξιολόγηση υιοθετείται από τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα ΙΔΒΕ και οι μηχανισμοί αξιολόγησης, περνάνε κυρίως στα περιφερειακά ΑΕΙ και τα ΤΕΙ, τα ιδρύματα που είναι πιο χαμηλά στον ακαδημαϊκό κρίκο. Η εφαρμογή των νόμων γίνεται είτε άμεσα (βλέπε ΔΟΑΤΑΠ, ΙΔΒΕ), είτε κυρίως έμμεσα σαν μέσο πίεσης της κρατικής εξουσίας στα εκπαιδευτικά ιδρύματα (αξιολόγηση).

Η αναθεώρηση του Συντάγματος έρχεται να κάνει τον νεοφιλελευθερισμό συνταγματική συνθήκη. Η απόλυτη συμφωνία ΠΑΣΟΚ – ΝΔ για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια φανερώνει τη σύμπνοια του δικομματισμού στην απόλυτη νεοφιλελευθεροποίηση κάθε χώρου κερδοφόρου για το κεφάλαιο. Ο προϋπολογισμός του 2006 είναι εξοργιστικά χαμηλός στις δαπάνες για την εκπαίδευση. Την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση τη σπρώχνει στην ιδιωτικοποίηση (μέσω της αποκέντρωσης) και στην ευελιξία (φινλανδικό μοντέλο), και την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην υποχρηματοδότηση και τον εξαναγκασμό προς ιδιωτικούς πόρους. Η υποχρηματοδότηση στα ΑΕΙ αποτελεί την καλύτερη απόδειξη για τον ωμό εκβιασμό και την υπόδειξη της κυβέρνησης στους διοικητικούς μηχανισμούς των σχολών για αποδοχή της αξιολόγησης, των ΙΔΒΕ, των πιστωτικών μονάδων και στο μέλλον των δύο κύκλων σπουδών.

Η κεντρική ρύθμιση του 2006 για την κυβερνητική πολιτική στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος και η ίδρυση των ιδιωτικών Πανεπιστημίων, αλλά και η αλλαγή στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ΑΕΙ και ΤΕΙ. Ο νέος νόμος πλαίσιο μαγειρεύτηκε υπομονετικά και με σχέδιο, από τις περσινές δηλώσεις του προέδρου του ΕΣΥΠ περί αιωνίων φοιτητών, αγορά συγγραμμάτων, αλλά και την προετοιμασία της κοινής γνώμης μέσω της συκοφάντησης του ασύλου και του φοιτητικού συνδικαλισμού από τα ΜΜΕ.

Η αλλαγή στο νόμο πλαίσιο και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια

Ο νόμος πλαίσιο 1268 του 1982 αντανακλούσε έναν υπαρκτό θετικό συσχετισμό της μεταπολίτευσης. Δεν ήταν μια θετική ρύθμιση για το φοιτητικό κίνημα, παρόλο που κατάργησε μια σειρά αντιδραστικών κανονισμών της δεξιάς. Ήταν μια κίνηση αστικού εκσυγχρονισμού και προσπάθειας του ΠΑΣΟΚ να αλώσει τον Πανεπιστημιακό μηχανισμό από τη μια και να ξεδοντιάσει το φοιτητικό κίνημα και τον νεολαιίστικο ριζοσπαστισμό από την άλλη, καθιστώντας τον φοιτητικό συνδικαλισμό και το φοιτητικό κίνημα συνυπεύθυνους και συνδιαχειριστές. Ο τότε νόμος πλαίσιο αποτελούσε μάλιστα διακαή πόθο και κεντρική γραμμή της ομονοούσας ηγεσίας του τότε φ.κ. (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΚΚΕεσωτ). Παρόλα αυτά εξέφραζε έναν συσχετισμό, άφηνε περιθώρια κίνησης σε φοιτητικές παρατάξεις και κινηματικές διαδικασίες. Σήμερα ο συσχετισμός είναι τέτοιος που επιτρέπει στην αστική πολιτική την κατάργηση όλων όσων θυμίζουν το Πανεπιστήμιο μιας παλιότερης περιόδου. Το Πανεπιστήμιο με τις παρατάξεις και την πολιτική, τον συνδικαλισμό και τις συνελεύσεις, την κοινωνική και πολιτική του αναφορά, το άσυλο, το απαραβίαστο της φοιτητικής ιδιότητας, τη «χαλαρή» φοιτητική ζωή. Αγκάθι στο μάτι αυτών που ονειρεύονται ένα Πανεπιστήμιο αποστειρωμένο κοινωνικά και πολιτικά, στα πρότυπα του αγγλοσαξωνικού κολεγίου.

Το ελληνικό Πανεπιστήμιο έχει για την αστική πολιτική υπερβολική ελευθερία, υπερβολική «πολιτική» (ακόμα και στην εκφυλισμένη - ξεπεσμένη της μορφή που ζούμε στις σχολές), υπερβολική εξουσία στις φοιτητικές παρατάξεις. Το όνειρο του αστισμού είναι ένας εκπαιδευτικός χώρος ιδιωτικός, χωρίς σχέση και αναφορά στους πολιτικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς και αγώνες. Το Πανεπιστήμιο των επιχειρήσεων και των πολυεθνικών απαιτεί συγκέντρωση, πειθαρχία, απόδοση, αποτελεσματικότητα. Αυτός ο στόχος πρέπει να προετοιμαστεί. Ο νέος νόμος πλαίσιο σφραγίζει την τάση προς ένα τέτοιο αυταρχικό Πανεπιστήμιο.

Ποιοι είναι οι στόχοι της κυβερνητικής πολιτικής

Η ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων σημαίνει την κατάργηση της συνταγματικής υποχρέωσης του ελληνικού κράτους να παρέχει δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση, αλλά και την ολοκληρωτική παράδοση του ευαίσθητου χώρου της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο κεφάλαιο. Η αστική πολιτική δεν αρκείται στην εμπορευματοποίηση και την υπαγωγή της εκπαίδευσης στις ανάγκες της αγοράς. Χρειάζεται να βγάζει κέρδη από το καθετί. Οι επιχειρηματίες θα εκμεταλλευτούν στο έπακρο την τριτοβάθμια εκπαίδευση δημιουργώντας υπηρεσίες πώλησης παιδείας. Στην εποχή που το κυνήγι χαρτιών, πτυχίων, καταρτίσεων, εξειδικεύσεων, «γνώσεων», είναι κανόνας για όλους, αμφιβάλλει κανείς ότι θα χάσουν την ευκαιρία εύκολου και γρήγορου πλουτισμού; Και βέβαια το σχέδιο περιλαμβάνει την συνεχόμενη υποβάθμιση των δημόσιων Πανεπιστημίων, την απαξίωση, τη συκοφάντησή τους και τη διαφημιστικού τύπου υπερπροβολή των ιδιωτικών Πανεπιστημίων κολεγιακού τύπου.

Ταυτόχρονα η εμπορευματοποίηση - επιχειρηματικοποίηση του Πανεπιστήμιου προχωρά. Η πρόταση για μάνατζερ, για δίδακτρα κλπ, επιχειρεί να παντρέψει την ακαδημαϊκή διαδικασία με την εμπορευματική λογική της αγοράς. Πράγματα θεωρητικά ασυμβίβαστα, αλλά στην εποχή της Νέας Τάξης η παιδεία αποτελεί δύναμη της αγοράς. Άμεσα με την ιδιωτικοποίηση, και έμμεσα με την εμπορευματοποίηση κάθε κερδοφόρας για το κεφάλαιο διαδικασίας και την ορμητική είσοδο της αγοράς σε κοινωνικά και οικονομικά ευαίσθητους χώρους. Διαμορφώνεται έτσι ακόμη πιο γρήγορα, το Πανεπιστήμιο των πολυεθνικών.

Χτυπιέται ο χαρακτήρας των ΑΕΙ και ΤΕΙ σαν χώροι που έχουν πολιτική σχέση και αναφορά. Αυτό υπηρετεί η συζήτηση για τον περιορισμό του ασύλου. Ενορχηστρωμένη χρόνια αυτή η συζήτηση (τροφοδοτούμενη και από γεγονότα σαν τις δολοφονικές επιθέσεις συμμοριών όπως της Θεσσαλονίκης) και παίρνει το χαρακτήρα του περιορισμού του ασύλου στην «ακαδημαϊκή του έννοια» γιατί «σήμερα έχουμε δημοκρατία» άρα άσυλο σε πολιτικές πράξεις δεν χρειάζεται. Η αστυνομία έτσι και αλλιώς έχει καταντήσει το άσυλο κουρελόχαρτο (ΜΑΤατζήδες στην ΑΣΟΕΕ, πυροβολισμός ασφαλίτη του Βερελή στο ΕΜΠ, σεκιούριτι στα ΤΕΙ, φύλακες στο Πανεπιστήμιο Κρήτης κ.λπ.). Ο τελικός στόχος είναι να κλαδευτεί οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στην ακαδημαϊκή ζωή και την πολιτική δράση, και το άσυλο είναι μια έντονη τέτοια σχέση.

Χτυπιέται η φοιτητική ιδιότητα. Αυτό υπηρετεί η σπέκουλα για τους αιώνιους φοιτητές. Προβάλλουν τη βιτρίνα του τεμπέλη και ρέμπελου φοιτητή που κοπροσκυλιάζει και τρώει τα λεφτά του μπαμπά σε φραπέδες και ξενύχτια (όσοι είναι σήμερα φοιτητές με το σημερινό επίπεδο εντατικοποίησης των σπουδών και τη σημερινή οικονομική δυσκολία μπορούν να αισθάνονται εξοργισμένοι, αλλά η εικόνα του φοιτητή που «περνά καλά γιατί τι ανάγκη έχει, φοιτητής είναι» παραμένει κυρίαρχη). Το αστικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν χρειάζεται ένα φοιτητή που να έχει χρόνο, να έχει ζωή και ενδιαφέροντα. Χρειάζεται ένα φοιτητή – μοντέλο του αυριανού εργαζόμενου. Ένα φοιτητή που έχει μάθει από σήμερα, αυτό που οφείλει να κάνει αύριο. Οι πολιτικοί της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ καμαρώνουν σαν γύφτικα σκεπάρνια όταν μιλάνε για τα αγγλικά Πανεπιστήμια: Τα Πανεπιστήμια που διώχνουν τους φοιτητές αν δεν περάσουν μαθήματα, τα Πανεπιστήμια που μαθαίνουν στους φοιτητές τι σημαίνει υπευθυνότητα, σκληρή εργασία, απαιτητικότητα, προθεσμίες, πρότζεκτ κλπ (λόγια του Βερεμή, προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας). Τα Πανεπιστήμια που εισάγουν και προπαγανδίζουν με τον καλύτερο τρόπο το καπιταλιστικό ιδανικό. Το ελληνικό «μεταπολιτευτικό» μοντέλο του χαλαρού, πολιτικοποιημένου, κοινωνικού φοιτητή πρέπει να χτυπηθεί, όχι μόνο στην ουσία (και η εντατικοποίηση και τα μαζικά κοψίματα αυτό κάνουν), αλλά και στον νόμο: Όποιος αργεί να πάρει πτυχίο, χάνει τη φοιτητική ιδιότητα. Η φοιτητική ιδιότητα, πράγμα απαραβίαστο μέχρι σήμερα, θα αφαιρείται από τους κακούς φοιτητές (μέσα σε αυτούς θα είναι οι λίγοι εναπομείναντες «πολιτικοί» φοιτητές, αλλά και οι οικονομικά ασθενέστεροι που θα ξημεροβραδιάζονται σε καφετέριες και μαγαζιά όχι πίνοντας φραπέδες αλλά βγάζοντας το απαραίτητο μεροκάματο ως σερβιτόροι, ντελίβερι κλπ). Σαφέστατη κοινωνική/ταξική διάκριση που σήμερα φαίνεται πολύ στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, αύριο θα φαίνεται ακόμη περισσότερο και στο Πανεπιστήμιο.

Χτυπιέται ο φοιτητικός συνδικαλισμός. Ακόμη και στην ξεπεσμένη και εκφυλισμένη σημερινή του μορφή, ο φοιτητικός συνδικαλισμός «βρωμάει πολιτική», παραπέμπει σε πράγματα δυσάρεστα για την αστική εξουσία. Ο αστισμός δεν αρκείται στην πολιτική κυριαρχία των ΔΑΠ και ΠΑΣΠ στα Πανεπιστήμια. Επιδιώκει τη διαμόρφωση νέων γενιών απολίτικων και αμόρφωτων κοινωνικά, στο βαθμό που δεν μπορεί να κερδίσει τη νεολαία με τις ιδέες και τα οράματα της κοινωνίας του. Επομένως είναι κρίσιμο το κόψιμο και η διάλυση των μαζικών κοινωνικών χώρων που δημιουργούν παρατάξεις, συνδικαλισμό, διαδικασίες. Βασικά χτυπιέται η ιδέα και η έννοια της συλλογικότητας και ό,τι απορρέει απ’ αυτήν: Αντιθέσεις, ανταγωνισμοί, συμφέροντα, σχέσεις. Μαζί μ’ αυτό, στόχος (και ίσως πιο κρίσιμος για τα αστικά σχέδια) είναι η προσπάθεια αλλαγής του τρόπου και των θεσμών διοίκησης των ΑΕΙ και ΤΕΙ, μια πιο αυταρχική, γραφειοκρατική, κεντρικά ελεγχόμενη από την πολιτική εξουσία διοίκηση.

Συνολικά το νέο θεσμικό πλαίσιο αποτελεί μια αντιδραστική τομή και μια συνολική αντιλαϊκή, αντικοινωνική αναθεώρηση. Έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία από τους μέχρι σήμερα κυβερνητικούς νόμους γιατί ορίζει το συνολικό πλαίσιο, τον τρόπο λειτουργίας, τον ίδιο το χαρακτήρα, τη φύση και την ουσία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Σημασία έχει να δούμε το ρόλο του ΠΑΣΟΚ και προσωπικά του Γ.Παπανδρέου. Εμφανιζόμενος σαν «γνώστης» των θεμάτων παιδείας, πρώην υπουργός που το μόνο που έκανε ήταν να αντιγράψει μια δέσμη μέτρων του ΟΟΣΑ στην ελληνική πραγματικότητα, υποστηρικτής των Ιδιωτικών Πανεπιστημίων, ο Γ.Π. δύο χρόνια τώρα έχει πρωτοστατήσει σε κάθε κομμάτι της νεοφιλελεύθερης επίθεσης. Από το φινλανδικό μοντέλο και το σχολείο της αγοράς, σε προτάσεις για μάνατζερ σε ΑΕΙ και ΤΕΙ, για Ιδιωτικά Πανεπιστήμια, για φοιτητικά δάνεια ώστε να πληρώνονται δίδακτρα κλπ. Το νέο ΠΑΣΟΚ αποδεικνύεται εξαιρετικά παλιό και ελάχιστα πρωτότυπο (αντιγράφει την αγγλο-αμερικανική πραγματικότητα), αλλά και σύμμαχος διαρκείας στις κυβερνητικές πολιτικές. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ο δικομματισμός πηγαίνει χέρι χέρι.

Η ταυτότητα της σύγχρονης νεολαίας

 

Η ελληνική νεολαία έχει ορατό επάνω της το στίγμα των σύγχρονων παγκοσμιοποιημένων κοινωνικών συνθηκών.  Τη σφραγίδα, δηλαδή, της οικονομικής  και πολιτικής κρίσης, της ανέχειας, της ανεργίας, της «συμβίωσης» με τις εκατοντάδες χιλιάδες των οικονομικών μεταναστών, την απαξία της εκπαίδευσης, με φόντο τα απόνερα μιας «κοινωνίας της πληροφορίας». 

 

Κάποιες από τις βασικότερες τάσεις που χαρακτηρίζουν τη διαμορφούμενη σύγχρονη νεολαία είναι η «επιμήκυνση» της νεανικής ηλικίας, ο αποκλεισμός της από την παραγωγή, την εκπαίδευση και την κοινωνική ζωή, η ευελιξία στην ανάληψη πολλαπλών κοινωνικών ρόλων, η εξατομίκευση της προσωπικής πορείας και η επικράτηση ιδεολογικών προτύπων, αλλά και προτύπων ζωής (lifestyle) που σχετίζονται αποκλειστικά με την ύλη και το χρήμα. Φυσικά, δεν είναι μόνο αυτές, υπάρχουν και άλλες που έχουν βαθιές ρίζες στο παρελθόν (το ελληνικό φιλότιμο και η κοινωνική παράδοση, ο αντιαμερικανισμός, μια πολιτική και κοινωνική παράδοση αγώνων, κλπ). Οι καλύτερες και πιο ελπιδοφόρες  στιγμές έρχονται όταν η πλάστιγγα της συγκυρίας γέρνει προς τη μεριά των τελευταίων.

 

«Επιμήκυνση» της νεανικής ηλικίας

 

Οι νέοι διανύουν πιο αργά τα στάδια της κοινωνικής και οικογενειακής εξέλιξης και ωρίμανσης. Η οικονομική συγκυρία καθιστά δύσκολο τον απογαλακτισμό από την οικογένεια, παρόλο που ολοένα και περισσότεροι νέοι περνάνε στην παραγωγή από νωρίς. Μπορεί αυτή η πρόωρη ένταξη να «προσγειώνει» στην πραγματικότητα το νέο, αλλά δεν οδηγεί αναγκαστικά και στην κοινωνική ωρίμανση. Γιατί, η οικογένεια αντικαθιστά το ανύπαρκτο δίχτυ κοινωνικής προστασίας, αποτελεί το βασικό χρηματοδότη του νέου και, συνήθως, εκείνος δουλεύει απλά για να συνεισφέρει στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Στην Ελλάδα συνεχίζουν να ζουν με την οικογένειά τους οι 99 στους 100 νέους ηλικίας 25-29 χρόνων, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στη Γερμανία ή στη Φινλανδία είναι 77 στους 100. Η απόκτηση στέγης, σταθερής  δουλειάς, ο γάμος και η δημιουργία μιας νέας οικογένειας μετατίθενται κάπου στο μέλλον, ενώ η οικογένεια λειτουργεί συχνά ως μοχλός πίεσης για την απόκτηση παραπάνω «προσόντων» για μια σταθερή εργασία μέσω της συνεχιζόμενης κατάρτισης ή εξατομικευμένων μεθόδων (εξεύρεση δουλειάς μέσω γνωστών ή ρουσφέτι).

 

Αποκλεισμός από εκπαίδευση και παραγωγή

 

Ο στόχος, αρχικά, φαντάζει ο εξής: η κοινωνική προέλευση του νέου να καθορίζει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του. 

 

Αποδεδειγμένα οι μη προνομιούχοι εξοστρακίζονται από την εκπαίδευση, παρόλη τη φιλολογία των τελευταίων χρόνων για «ίσες ευκαιρίες» και «ανοιχτούς» ορίζοντες. Το ποσοστό των φτωχών που δεν έχουν απολυτήριο γυμνασίου κυμαίνεται σε υψηλά ποσοστά, καθώς διαμορφώνεται από 20% στις ηλικίες 15-24 ετών, έως 31,62% στις ηλικίες 25-34 ετών. Ιδιαίτερα εμφανής είναι δε η «υπεροχή» των μη φτωχών σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αφού το 16,73% (ποσοστό τετραπλάσιο συγκριτικά με τους φτωχότερους νέους) έχει φοιτήσει στα πανεπιστήμια και τα TEI της χώρας. Η ίδια εικόνα, αν εξεταστεί το θέμα και γεωγραφικά: Στην τελευταία θέση από την άποψη του δείκτη πρόσβασης στην Tριτοβάθμια Eκπαίδευση βρίσκονται περιοχές της Θράκης και ιδιαίτερα η Pοδόπη που χαρακτηρίζονται από χαμηλούς δείκτες ανάπτυξης, υψηλή ανεργία και χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, αλλά και περιοχές μέσα στο πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας με έντονα στοιχεία οικονομικής ύφεσης, όπως η Δυτική Aττική και ο Πειραιάς.

 

Το κόστος της εκπαίδευσης τρομαχτικό για τα σημερινά δεδομένα. Έρευνες δείχνουν πως ένα παιδί στο γυμνάσιο επιβαρύνει μόνο για την εκπαίδευσή του κατά 2600 ευρώ τον ετήσιο οικογενειακό προϋπολογισμό, ενώ ένας μαθητής Λυκείου ως και 3300 ευρώ.

 

Αν θέλουμε να μιλήσουμε συνολικά για τη διαρροή από την υποχρεωτική εκπαίδευση, αποδεικνύεται ότι ένα στα τέσσερα παιδιά έως 19 ετών (ποσοστό 26,3%) είναι «εκτός» εκπαιδευτικού συστήματος. Συνολικά, 11,70% των σημερινών νέων 20-24 ετών δεν έχουν ολοκληρώσει το γυμνάσιο.

 

Κοινό είναι το συμπέρασμα ερευνητών ότι «υπάρχει πολύς ανθρώπινος πόνος συνδεδεμένος με το φαινόμενο της διαρροής. Οι πρώην μαθητές αλλά και οι οικογένειές τους υποφέρουν εγκλωβισμένοι στα διάφορα αδιέξοδα που η διακοπή της φοίτησης δημιουργεί…».

 

Οι μηχανισμοί κατάρτισης-επανακατάρτισης αναλαμβάνουν, από τη μια, το ρόλο του αναχώματος για ενδεχόμενες κοινωνικές εκρήξεις λόγω της κατάστασης αυτής. Από την άλλη, βυθίζουν τη νεολαία μέσα στο ίδιο πρόβλημα, την ανασφάλεια της αναζήτησης προσόντων, πτυχίων, εφοδίων για μια θέση στην αγορά εργασίας, χώρια που πρόκειται για μια ιδιαίτερα κερδοφόρα «βιομηχανία» για το ιδιωτικό κεφάλαιο. Την ίδια στιγμή που τα επιδόματα ανεργίας είναι καθηλωμένα για χρόνια στα 300 ευρώ, την ίδια στιγμή που όλος αυτός ο πακτωλός των κοινοτικών κονδυλίων για την κατάρτιση θα αρκούσε για τη δημιουργία πολλών χιλιάδων θέσεων εργασίας. Το ποσοστό των πολιτών που συμμετέχουν σε προγράμματα επιμόρφωσης και επανακατάρτισης είναι 1,4%, όταν ο μέσος όρος στα κράτη-μέλη της EΕ είναι 8,4%. Μάλιστα, σύμφωνα με τις επιταγές της EE, το ποσοστό των ατόμων, ηλικίας 25-64 ετών, που συμμετέχουν στις δράσεις της διά βίου εκπαίδευσης θα πρέπει να αυξηθεί στο 20% μέχρι το 2010. Ο υφυπουργός Παιδείας Γ. Καλός μιλάει ξεκάθαρα για προσπάθεια να φτάσει η Ελλάδα τα ποσοστά της ΕΕ: «Στην ΕΕ τα ποσοστά των μαθητών που φοιτούν στην κατάρτιση φτάνουν στο 70% και μόλις το υπόλοιπο 30% φοιτά στα σχολεία γενικής παιδείας, ενώ στη χώρα μας είναι ακριβώς αντίστροφα, υπέρ της γενικής μόρφωσης». Η προσπάθεια αυτή, όμως, δεν σχετίζεται με την εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας για το νέο. Αφ’ ενός, η υποβάθμιση ενός γνωστικού αντικειμένου στο επίπεδο της ληξιπρόθεσμης πληροφορίας (και άρα η εκμηδένιση των προοπτικών επαγγελματικής αποκατάστασης), αφ’ ετέρου ο εμπαιγμός με ένα μεγάλο πλήθος ειδικοτήτων να στερούνται επαγγελματικών δικαιωμάτων (πάνω από 40 τέτοιες υπάρχουν), ήδη οδηγεί στη συρρίκνωση της Τεχνικοεπαγγελματικής Εκπαίδευσης και της κατάρτισης: Το ποσοστό των καταρτιζόμενων ηλικίας 19-54 ετών ανέρχονταν μόλις σε 1,6% το 1999, ενώ στις νεότερες ηλικίες (16-24 ετών) παρατηρείται συνεχής μείωση του αντίστοιχου ποσοστού που διαμορφώθηκε στο 10% το 2002, από 12,3% που ήταν το 1999.

 

Η συνολική κατάσταση στην αγορά εργασίας δείχνει ξεκάθαρα πως η ευελιξία στην αγορά εργασίας αποτελεί πρακτική που εφαρμόζεται κύρια στους νέους, πως η ανεργία δοκιμάζει πρώτα και κύρια τη νεολαία:

 

Ακόμα και για τους φοιτητές των ΑΕΙ τα πράγματα δεν είναι ρόδινα: ανεργία, ετεροαπασχόληση. Σχεδόν το 15%-20% όσων λαμβάνουν το εισιτήριο για το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης δεν κατορθώνουν να πάρουν το πτυχίο. Οκτώ στους δέκα πτυχιούχους του ΑΠΘ βρίσκουν δουλειά, ενώ για το 57,3% η εργασία τους έχει σχέση με το αντικείμενο των σπουδών τους. Τέσσερα ή οκτώ ή και περισσότερα χρόνια αναγκάζονται να περιμένουν χιλιάδες απόφοιτοι των Ιατρικών σχολών, μέχρι να αρχίσουν την ειδικότητα. Οι νέοι γιατροί, για να προσεγγίσουν τις περισσότερες ειδικότητες, πρέπει να ξεπεράσουν την ηλικία των 35, με αποτέλεσμα να πιάνουν δουλειά στα 40.

 

Πρόκειται για πολιτική επιλογή και όχι για σύμπτωση, ένα ευρύ τμήμα της ελληνικής νεολαίας μοιραία να καταλήγει ως φτηνή εκδοχή απασχολήσιμου. Μάλιστα, αυτού του είδους η φυσική επιλογή δείχνει να ξεπερνάει μια «ταξική» θεώρηση των πραγμάτων ―δεν αγγίζει μόνο τα φτωχά στρώματα. Η νεολαία, συνολικά, βιώνει απόρριψη. Τροποποιείται καθολικά το τοπίο στην αγορά εργασίας (ευελιξία, μερική απασχόληση, υποαπασχόληση), στην κοινωνική ασφάλιση («μαύρη» εργασία, άνοιγμα του ασφαλιστικού), στη διαπραγματευτική ικανότητα του νέου (κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων), διαμορφώνεται μια κοινωνία βασισμένη σ’ αυτές τις αρχές. Αναπόφευκτα, όμως, όσο προελαύνει το νέο αυτό κοινωνικό μοντέλο, τόσο στενεύουν τα περιθώρια για το χειρισμό και τη χειραγώγηση της νεολαίας.

 

Πολλαπλοί κοινωνικοί ρόλοι

 

Το όλο οικοδόμημα στηρίζεται στο διαρκές πέρασμα από τη μία ιδιότητα στην άλλη: εκπαιδευόμενος, καταρτιζόμενος, απασχολήσιμος, εργαζόμενος, άνεργος, και ξανά απ’ την αρχή. Αλλά και στην ταυτόχρονη ανάληψη πολλαπλών ρόλων: πχ γονέας, άνεργος και καταρτιζόμενος, ή εργαζόμενος part-time και φοιτητής. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η γραμμική αλληλουχία των σταδίων κοινωνικής εξέλιξης έχει διαταραχθεί. Κάτι τέτοιο, όμως, σημαίνει πως η προσωπική ταυτότητα των νέων αργεί να διαμορφωθεί, και όποτε γίνει αυτό θα έχει τη σφραγίδα της απόρριψης, της ανασφάλειας, της απάθειας, της απογοήτευσης, της χειραγώγησης. Εδραιώνεται, έτσι, στους νέους η πεποίθηση ότι δεν διαχειρίζονται οι ίδιοι τη ζωή τους.

 

Απόλυτη εξατομίκευση

 

Η υποχώρηση των παραδοσιακών κοινωνικών και πολιτικών συλλογικοτήτων και η έλλειψη αξιοπιστίας τους αναπόφευκτα δίνει δύναμη σε ατομοκεντρικά και ευδαιμονιστικά πρότυπα ζωής. Ο νέος επιλέγει μέρα με τη μέρα μια «κλειστή» ζωή, χωρίς πραγματική κοινωνική μόρφωση, δύσκολα δοκιμάζει κάτι νέο, δύσκολα εμπιστεύεται το διπλανό του. Μόλις το 1,5% των νέων συμμετέχει σε συνδικαλιστικά σωματεία ή κόμματα (το αντίστοιχο ευρωπαϊκό ποσοστό φτάνει το 4,4%), ενώ το 64,4% δε συμμετέχει, ούτε σκοπεύει να συμμετάσχει σε κάποια πολιτική ή κοινωνική οργάνωση. Το 31% των νέων θεωρούν πως το βασικό προσόν το οποίο πρέπει να έχει κανείς για να αποκατασταθεί επαγγελματικά είναι το μέσον και οι γνωριμίες, ενώ το 38,9% επιθυμούν πάνω απ' όλα το χρήμα από την εργασία τους.

 

Είναι γνωστό πως περίοδοι βραδείας κοινωνικής προόδου συνδυάζονται με επιστροφή σε τετριμμένες, συντηρητικές αξίες: Η νεολαία εμπιστεύεται πρώτα και κύρια την εκκλησία και το στρατό με ποσοστά 65-85%. Ταυτόχρονα, η ξενοφοβία αγγίζει ποσοστό 50% σε μαθητές, γονείς και καθηγητές.

 

Δέκα στους εκατό μαθητές των Λυκείων της Aθήνας ανήκουν σε παραβατικές ομάδες που εμπλέκονται συχνά σε βίαιες αναμετρήσεις με σκοπό τον εκφοβισμό συνομηλίκων τους και μικρότερων παιδιών, την απόσπαση χρημάτων και υλικών αγαθών και τον εκβιασμό προσώπων, ενώ πολλές φορές οι επιθέσεις έχουν ρατσιστικά κίνητρα ή γίνονται για λόγους εκδίκησης.

 

Όσο για τη διασκέδαση των νέων, τον ελεύθερο χρόνο, τη σχέση με το πολιτισμό: Ο μέσος χρόνος τηλεθέασης είναι 3 ώρες και 24 λεπτά τις καθημερινές και 3 ώρες και 30 λεπτά τα Σαββατοκύριακα. Επικοινωνία μέσω κινητών και Internet, αντί για κοινωνικοποίηση διά ζώσης, και ο κατάλογος συνεχώς μακραίνει…

 

Το πρόβλημα είναι ορατό, μα πρωτόγνωρο. Οι νέοι μεγαλώνουν και γερνάνε δίχως καν να έχουν ζήσει, η φιγούρα του μαθητή, του φοιτητή, του νέου εργαζόμενου έχει μεταλλαχθεί σε κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ήταν πριν 10 χρόνια. Το κοινωνικό ρήγμα που ρίζωσε την τελευταία δεκαετία (εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, ανεργία, φτώχεια, ευρώ, έλλειψη κοινωνικής αντιπολίτευσης) και που συνεχίζει να ριζώνει, προσδιορίζει την ταυτότητα της σύγχρονης νεοταξικής νεολαίας.

 

Πηγές:

 

«Ελληνική Νεολαία: Όψεις κατακερματισμού» (εκδ. Μεταίχμιο)

 

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ,13/8/2005,  «Yψηλή διαρροή μαθητών από το γυμνάσιο»

 

Η Αυγή, 4/7/2003, «Ημερολόγιο ρατσισμού»

 

ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 20/2/2006, «Tο καλύτερο πτυχίο είναι οι... γνωριμίες»

 

ΕΘΝΟΣ, 7/2/2006, «Πτυχία χωρίς δικαιώματα»

 

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30/11/2005, «H καταγωγή της επιτυχίας στα AEI»

 

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24/4/2005, «H βία εισβάλλει στα λύκεια της Aθήνας»

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 9/12/2005, «Το 60% εργάζεται στο αντικείμενο που σπούδασε»

 

ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 9/10/2005, «Διευρύνονται οι κοινωνικές ανισότητες στα σχολεία»

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 25/9/2005, «Μετεξεταστέοι στην εκπαίδευση»

 

ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 30/4/2005, «Εγκαταλείπουν το σχολείο 4 στους 10 μαθητές»

 

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/12/2005, «Αιμορραγεί το εκπαιδευτικό σύστημα»

 

European social statistics: Labour force survey results 2002 (European Commission)

 

EUROBAROMETER 47.2, Young Europeans, Directorate General XXII, Education, Training and Youth

 

EUROBAROMETER 55.1 - Spring 2001, Young Europeans

 

αναζήτηση

Πανελλαδικό Σώμα 2017

Πανελλαδικό Σώμα 2017

εφημερίδα

Βρείτε μας στα Social Media

  • Facebook Page: 23080895907
  • Twitter: KOEgr
  • YouTube: koe2003

εκδόσεις